Emilia Perez: Δεν είναι απλά μια ιστορία αλλαγής φύλου

Υποψήφια για 13 Όσκαρ είναι η ταινία «Emilia Perez» του Ζακ Οντιάρ, μια ταινία με στοιχεία μιούζικαλ και πολλή αγάπη, βία και ανατροπές. Μια απολαυστική ταινία, η οποία πραγματεύεται την ιστορία ενός σκληρού έμπορου ναρκωτικών, ο οποίος  ζητάει τη βοήθεια μιας δυναμικής και ματαιόδοξης δικηγόρου για να κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου.

Η ταινία ξεκινάει με την ταλαντούχα δικηγόρο Ρίτα(Ζόι Σαλντάνα), η οποία έχει κουραστεί να εργάζεται σκληρά για να πλουτίζει το αφεντικό της και να αθωώνει ενόχους και έτσι, μετά από ένα τηλεφώνημα, δέχεται να συναντήσει ένα κύριο, ο οποίος της υπόσχεται ότι θα την κάνει πλούσια. Αυτός ο κύριος είναι ο Μανίτας Ντελ Μόντε, ένας αδίστακτος έμπορος ναρκωτικών, που της προτείνει να τον βοηθήσει με τη φυλομετάβαση του και να φροντίσει να βρει ένα ασφαλές μέρος για τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Κάτι που γίνεται σύντομα πραγματικότητα και έτσι παρατηρούμε την απελευθέρωση ενός ανθρώπου, ο οποίος ζει επιτέλους στο σώμα, που ο ίδιος επιθυμεί.

Πόσο μπορεί να αλλάξει ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, όταν αλλάζει φύλο; Παίζει ρόλο τελικά το φύλο ενός ανθρώπου ή οι ενέργειες του; Αυτό θα λέγαμε πως είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει η ταινία μέσα από μια σειρά ανατροπών και σουρεαλιστικών καταστάσεων. Το «Emilia Perez» δεν είναι τυχαία υποψήφιο για 13 Όσκαρ, καθώς θέτει ζητήματα κοινωνικής ευθύνης, ζητήματα αγάπης, αποδοχής και συγχώρεσης.

Εξαιρετική στο ρόλο της Emilia Perez η Κάρλα Σοφία Γκασκόν, όσο και η Ζόι Σαλντάνα στο ρόλο της δικηγόρου. Λιγότερο εντυπωσιακή η Σελένα Γκόμεζ στο ρόλο της Τζέσι, της συζύγου του Μανίτας. Εξαιρετική η σκηνοθεσία του Ζακ Οντιάρ, ο οποίος θέλησε να προσδώσει στοιχεία μιούζικαλ με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Σίγουρα μερικά τραγούδια δεν προσέδιδαν κάτι ουσιαστικό στην πλοκή, αλλά αναμφισβήτητηα προσέδωσαν ζωντάνια και αμεσότητα.

Πολύ σύντομα θα μάθουμε πόσα βραβεία θα λάβει η ταινία, αυτό όμως που σίγουρα δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι πως είναι μια πολύ καλά δομημένη ταινία, που με θάρρος και σαφήνεια αγγίζει πολύ ευαίσθητα κοινωνικά θέματα σε μια αρκετά ταραχώδη κοινωνική συνθήκη.

Ο Γυρισμός: Η απεικόνιση μιας πατριαρχικής κοινωνίας

Στο μικρό θέατρο της Μονής Λαζαριστών λαμβάνει χώρα μια «κωμωδία της απειλής», όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Δελτίο Τύπου της παράστασης. Ο Χάρολντ Πίντερ, μέσω του έργου «Ο Γυρισμός», μάς μεταφέρει σε μια συνοικία του Βόρειου Λονδίνου, όπου μένει ο Μαξ μαζί με τους δύο γιους του και τον αδερφό του. Η απρόσμενη επίσκεψη, όμως, του τρίτου γιου του, που επιστρέφει μαζί με τη γυναίκα του από τη Νέα Υόρκη, φέρνει στην επιφάνεια βαθιά πατριαρχικά ένστικτα και ταράζει την ήσυχη καθημερινότητα της οικογένειας.

Σε ένα χώρο, που μένουν μόνο άντρες, πόσο πολύ ξυπνά ενδόμιχες ανάγκες μια γοητευτική γυναικεία παρουσία; Πόσο εύκολα διαταράσσονται οι δεσμοί μιας οικογένειας για χάρη μιας γυναίκας; Το έργο του Πίντερ, σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη, έρχεται να δώσει απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μέσα από ωμούς και κυνικούς διαλόγους. Πρωταγωνιστούν οι Γιώργος Κολοβός (Λένυ), Βασίλης Σπυρόπουλος (Μαξ), Θάνος Κοντογιώργης(Σαμ), Μάνος Γαλανής (Τζόυ), Ελένη Μισχοπούλου (Ρουθ), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Τέντυ).

Πρόκειται για μια παράσταση που πραγματεύεται ένα πολύ σημαντικό και σύγχρονο κοινωνικό ζήτημα, όπως αυτό της πατριαρχίας, το οποίο σίγουρα δεν ξεδιπλώνεται στο βαθμό που θα μπορούσε. Σίγουρα οι κυνικοί διάλογοι βοηθάνε στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, όχι όμως και στην ουσία της παράστασης. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πολύ καλές και το τέλος της παράστασης θα σας αφήσει σίγουρα με το ερώτημα πώς τα βαθιά πατριαρχικά στερεότυπα ξεπερνούν ακόμα και τους οικογενειακούς δεσμούς.

Οι Μεθυσμένοι: Με την υπογραφή της θεατρικής ομάδας Bloom

Λέμε τελικά, μέσα στο μεθύσι μας, όσα θέλουμε να πούμε νηφάλιοι; Αυτό είναι το κεντρικό θέμα της παράστασης «Οι Μεθυσμένοι» στο θέατρο Αυλαία, σε παραγωγή της νεανικής θεατρικής ομάδας «Bloom». Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του έργου, αξίζει να γίνει μνεία σε νέους ταλαντούχους ανθρώπους, που καταβάλλουν μια τόσο ωραία προσπάθεια να δώσουν πνοή στα τοπικά θεατρικά δρώμενα και να διατηρήσουν το «ελεύθερο θέατρο».

Η θεατρική ομάδα «Bloom» δημιουργήθηκε το 2019 από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη, Ανδρέα Παράσχο, τη σκηνογράφο Μαρίνα Κωνσταντινίδου και την ηθοποιό και απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου ΑΠΘ, Άννα Μαρία Γάτου. Πέντε νέα παιδιά( Άννα-Μαρία Γάτου, Γιώργος Κωνσταντίνου, Βασίλης Μπόγδανος, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Υρώ Τσάμογλου) διάλεξαν ένα αρκετά σύγχρονο έργο και, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Ανδρέα Παράσχου, θέλησαν να θίξουν ζητήματα, όπως ο έρωτας, η αξία της αγάπης και την ουσιαστική επαφή σε μια εποχή, όπου όλοι πασχίζουμε να ακολουθήσουμε τους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας.

Το έργο του Ivan Vyrypaev «Οι Μεθυσμένοι» δείχνει τη ζωή 14 χαρακτήρων, οι οποίοι είναι όλοι πάρα πολλοί μεθυσμένοι και αναδεικνύει τη ρευστότητα των ανθρωπίνων σχέσεων και πως όλα μπορούν να αλλάξουν μέσα σε ένα μόνο βράδυ, που όλοι θα σταματήσουμε να φοβόμαστε και θα πούμε όσα πραγματικά μας απασχολούν. Πρόκειται για ένα πολύ επίκαιρο έργο, που θα μπορούσε να περάσει τα μηνύματα που θέλει με λιγότερες βωμολοχίες, με λίγο πιο αληθοφανείς καταστάσεις και με μεγαλύτερη λιτότητα. Η αλήθεια είναι πως η λιτότητα είναι, γενικότερα, υποτιμημένη έννοια στο θέατρο.

Πρόκειται για μια πολύ ταλαντούχα θεατρική ομάδα και, αναμφίβολα, χρήζει της προσοχής μας οποιοδήποτε καλλιτεχνικό δρώμενο γίνεται από νέα παιδιά, γεμάτα όνειρα και αισιοδοξία. Συγχαρητήρια για τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και το μεγαλύτερο μήνυμα που μπορεί να λάβει κάποιος από τέτοιου είδους παραστάσεις είναι πως αξίζει να στηρίζουμε και μικρότερες θεατρικές παραγωγές.

The Doctor: Ένα έργο πιο επίκαιρο από ποτέ

Το «The Doctor» είναι, αναντίρρητα, μια παράσταση που πραγματεύεται πάρα πολλά σύγχρονα και καίρια κοινωνικά ζητήματα. Αντισημιτισμός, ρατσισμός, τρανσφοβία, αμβλώσεις, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μάχη θρησκείας-επιστήμης είναι μόνο μερικά από τα θέματα, που έρχονται στο προσκήνιο και θα σας εγείρουν ηθικά διλήμματα. Το έργο φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα φύλου, φυλής, κοινωνικής τάξης, οικονομικού status και παρακολουθώντας την παράσταση, βιώνεις μια συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων, καθώς βρίσκεις ψήγματα δικαίου σε κάθε πλευρά.

Όλα ξεκινούν, όταν ένα 14χρονο κορίτσι, μετά από μια αυτοσχέδια έκτρωση, βρίσκεται ένα βήμα πριν το θάνατο σε μια ιατρική κλινική για το Αλτσχάιμερ. Τότε,η επικεφαλής του ινστιτούτου, Ρουθ Γουλφ, αρνείται την είσοδο σε έναν ιερέα, που επιθυμεί να  τελέσει την τελευταία μετάληψη του κοριτσιού. Αυτή η απόφαση της Εβραίας γιατρού ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο εντός του νοσοκομείου, αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που κατηγορούν δριμύτατα τη γιατρό για προκατάληψη και ρατσισμό απέναντι στο μαύρο ιερέα, για θρησκευτική ασέβεια και για στερεοτυπική συμπεριφορά λόγω της υψηλής κοινωνικής και οικονομικής της θέσης.

Αυτές οι έντονες αντιδράσεις προκαλούν την παραίτηση της γιατρού, η οποία συνεχίζει να επιμένει πως είναι απλά γιατρός και οι αποφάσεις της στηρίζονται αποκλειστικά στην επιστήμη και πως δεν υπάρχουν λανθάνουσες προκαταλήψεις απέναντι στους ασθενείς της. Χαρακτηριστική είναι η ατάκα της πως «Κόβετε την ανθρωπότητα στη μέση τόσες φορές, που στο τέλος θα πάψει να υπάρχει»». Καθηλωτική είναι και η σκηνή που βρίσκεται η γιατρός μπροστά από ένα τηλεοπτικό πάνελ ακτιβιστών, οι οποίοι, με πρόσχημα τη δημοσιογραφική τους ιδιότητα, την κατηγορούν ευθέως για τη στάση της απέναντι στον ιερέα. Μια σκηνή που θίγει τη διαχείριση των media σε κρίσιμα ζητήματα και την κατακρεούργηση προσωπικότητων από τα πάνελ των τηλεοπτικών εκπομπών.

Η σκηνοθέτης, Κατερίνα Ευαγγελάτου, δημιουργεί ένα ψυχρό σκηνικό, κατάλληλο για όλα τα δρώμενα που θα ακολουθήσουν. Είναι, επίσης, πολύ έξυπνη η κίνηση της να διατηρήσει το παιχνίδι με το χρώμα και το φύλο των ηθοποιών, να υποδύονται, δηλαδή, γυναίκες τους αντρικούς ρόλους, και λευκοί ηθοποιοί, να υποδύονται, μαύρους ανθρώπους. Όσον αφορά την ερμηνεία των ηθοποιών, η Στεφανία Γουλιώτη, στο ρόλο της Ρουθ Γουλφ, είναι πραγματικά συγκλονιστική, ενώ πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες των υπόλοιπων συντελεστών(Νίκος Χατζόπουλος, Αμαλία Νίνου, Κίττυ Παϊταζόγλου, Μαριάννα Δημητρίου, Ζωή Ρηγοπούλου ,Aurora Marion ,Λευτέρης Πολυχρόνης, Νίκη Σερέτη, Σταύρος Καλλιγάς, Αλίκη Ανδρειωμένου).

Παρά τη φλυαρία του έργου σε κάποιες σκηνές, τόσο το έργο του Robert Icke, όσο και η παράσταση «The Doctor», θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον σας και θα έρθετε αντιμέτωποι με πάρα πολλά σύγχρονα ζητήματα, που καθημερινά γίνονται θέμα συζήτησης στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Μια παράσταση που αξίζει σίγουρα το χρόνο σας και την προσοχή σας.

Ο Επιθεωρητής Ντρέικ και η Μαύρη Χήρα: Ο Ορισμός της Κωμωδίας

Αν θέλετε να γελάσετε και να περάσετε 2 ώρες χαλαρές και απροβλημάτιστες, τότε σίγουρα δεν πρέπει να χάσετε την ανατρεπτική κωμωδία του Βρετανού συγγραφέα «David Tristram». Ο Μάριος Αθανασίου, ο Σπύρος Πούλης και η Βαλέρια Κουρούπη, υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Βασίλη Θωμόπουλου, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια παράσταση, που επί 2 ώρες σού μεταφέρει ένα αίσθημα χαράς και γέλιου.

Το έργο ξεκινάει με τη δολοφονία ενός πλούσιου άντρα, του Τζον Τζόνσον, μια δολοφονία που καλούνται να διαλευκάνουν ο Επιθεωρητής Ντρέικ(Μάριος Αθανασίου) και ο Αρχιφύλακας Πλοντ( Σπύρος Πούλης). Αμέσως τους γεννώνται πολλά ερωτήματα, όπως «Για ποιο λόγο το πτώμα είναι μεταμφιεσμένο σε γυναίκα;», «Γιατί είχε φάει μια χελώνα;». Αμφότεροι υποπίπτουν σε συνεχόμενες γκάφες, προκαλώντας το γέλιο σε όλους τους θεατές. Ειδική μνεία αξίζει να γίνει στη Βαλέρια Κουρούπη, η οποία καλείται να ενσαρκώσει πολλούς και διαφορετικούς ρόλους και το κάνει με απόλυτη επιτυχία.

Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ρυθμό, αξιοζήλευτη χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών, ενώ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της παράστασης παίζει και η διάδραση των ηθοποιών με το κοινό. Πραγματοποιείται ένα συνεχές πινγκ-πονγκ ατακών μεταξύ των ηθοποιών και των θεατών, στοιχείο που συμβάλλει στην αμεσότητα και τη ζωντάνια της παράστασης.

Μια πραγματική κωμωδία, ένα έργο με συνεχείς κωμικοτραγικές ανατροπές και μια ευκαιρία για όλους να χαλαρώσουμε και να περάσουμε το βράδυ μας όμορφα και απροβλημάτιστα! Αν έχετε ανάγκη το γέλιο, σπεύσετε να το δείτε!

Πρέπει να ρωτάνε οι δημοσιογράφοι τα πάντα στους πάντες;

Μεγάλη αναστάτωση στο μιντιακό χώρο προκάλεσαν οι δηλώσεις του δημοφιλούς ηθοποιού, Άρη Σερβετάλη, αναφορικά με τις αμβλώσεις. Αφορμή στάθηκαν οι εξίσου αμφιλεγόμενες δηλώσεις του ευρωβουλευτή Νίκου Αναδιώτη, ο οποίος, εμμέσως πλην σαφώς, τοποθετήθηκε κατά του συνταγματικού δικαιώματος των γυναικών για το δικαίωμα της άμβλωσης. Δεν έχει τόσο νόημα να αναπαράγουμε αυτές τις δηλώσεις, όσο να αναρωτηθούμε το κίνητρο μερίδας των media να ρωτάει ηθοποιούς και ανθρώπους της showbiz για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα.

Προφανώς υπάρχει δημοκρατία και προφανώς ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Όπως είχε πει ο Βολταίρος, «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Η τηλεόραση οφείλει να φιλοξενεί όλες τις απόψεις και οφείλει να εκπροσωπεί όλους τους ανθρώπους, εξάλλου πρόκειται για ένα δημόσιο μέσο, που είναι στα σπίτια των περισσότερων. Ωστόσο, έχει αξία να αναρωτηθούμε αν η δημοκρατία αποτελεί το πρόσχημα ενός «επιτηδευμένου μιντιακού πάρτι», ώστε να γίνεται ντόρος και, κατά συνέπεια, νούμερα τηλεθέασης.

Αρχικά, το ζήτημα των αμβλώσεων είναι κατοχυρωμένο συνταγματικά από το 1982. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση. Ακόμα όμως και να θέλεις να την ανοίξεις, δεν πας να ρωτήσεις σκοπίμως ανθρώπους, που υποθέτεις ότι θα σου πουν μια ακραία ή γραφική δήλωση. Χρησιμοποιώ το ρήμα «υποθέτεις», καθώς δεν μπορείς να είσαι και βέβαιος ότι το εκάστοτε πρόσωπο της showbiz θα θελήσει να τοποθετηθεί ακραία στη μέση του δρόμου πάνω σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα. Παρόλα αυτά, ο κάθε αρχισυντάκτης και πάρα πολλοί δημοσιογράφοι γνωρίζουν αρκετά καλά τα πιστεύω και το αξιακό σύστημα των περισσότερων ανθρώπων που πάνε να πάρουν μια δήλωση. Ας μη γελιόμαστε, εύχονται σίγουρα να λάβουν μια ακραία δήλωση, ώστε να γίνει ντόρος και να υπάρξει συζήτηση.

Αν, λοιπόν, επιθυμείς να ανοίξεις μια δημόσια συζήτηση για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, δεν περιμένεις τη δήλωση ενός δημοφιλούς ηθοποιού. Δεν ρωτάς τον κάθε άνθρωπο, που επιθυμεί δημοσιότητα ή που απλά θέλει να εκφράσει την άποψη του πάνω σε θέμα χωρίς το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο. Καλείς, εξαρχής, τους κατάλληλους ανθρώπους και επιχειρείς να γίνει μια εποικοδομητική συζήτηση, φιλοξενώντας όλες τις απόψεις.

Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν κόσμο αρμονικά πλασμένο και σίγουρα ο χώρος των media πάντα θα ενέχει μια σκοπιμότητα. Είναι σεβαστή, μέχρι ένα βαθμό, απλώς απαιτείται λίγο περισσότερη προσοχή, όταν μιλάμε για κοινωνικά θέματα τόσο μεγάλης σημασίας.

Λαπωνία: Δεν είναι απλώς μια οικογενειακή κωμωδία!

Λίγο πριν πάω στο θέατρο Κολοσσαίο να δω την παράσταση «Λαπωνία», είχα στο μυαλό μου πως πρόκειται για μια οικογενειακή κωμωδία με βασικό θέμα την ύπαρξη του Αϊ Βασίλη. Όχι απλά διαψεύστηκα, αλλά παρακολούθησα μια παράσταση με πολλά νοήματα σχετικά με καίρια ζητήματα, όπως η έννοια της αλήθειας, η δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων, ακόμα και για την πολυπολιτισμικότητα και τη δυσκολία της ζωής στο εξωτερικό.

Το έργο των Μαρκ Ανζελέτ και Κριστίνα Κλεμέντε, σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, μάς μεταφέρει στη Λαπωνία, όπου συναντιώνται δύο ζευγάρια για να γιορτάσουν μαζί τις εορταστικές μέρες των Χριστουγέννων. Ωστόσο, το προηγούμενο βράδυ το παιδί του ενός ζευγαριού έχει πει στο παιδί του άλλου ζευγαριού πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Αυτό το γεγονός έρχεται να ταράξει το ευχάριστο κλίμα των εορτών, φέρνει σε αντιπαράθεση τα δύο ζευγάρια και ταυτόχρονα εγείρει πολλά ερωτήματα αναφορικά με το τι επιλέγει να λέει ένας γονιός στα παιδιά του, αλλά και πόσο πονάει πολλές φορές η αλήθεια.

Τεράστιο ενδιαφέρον έχει και η συζήτηση σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Φινλανδών και Ελλήνων. Αν και σε πρώτο επίπεδο η συζήτηση φαίνεται στερεοτυπική, στο τέλος σου αφήνει μια γεύση πως όλοι οι άνθρωποι ανά τον κόσμο κρύβουμε τις δικές μας αλήθειες και, κάτω από το πέπλο του φόβου και της ανασφάλειας, επιλέγουμε να αποσιωπούμε βασικά θέματα.

Εξαιρετική ερμηνεία και των τεσσάρων πρωταγωνιστών( Μελέτης Ηλίας, Βάσω Λασκαράκη, Σπύρος Τσεκούρας, Βίβιαν Κοντομάρη), όπως και η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη. Ο κάθε ρόλος περνάει από πάρα πολλά στάδια, όλοι δείχνουν τόσο σκληροί και δυνατοί, όσο και εύθραστοι και ευάλωτοι. Ο καθένας κρύβει από μια αλήθεια που πονάει και η στιγμή των μονολόγων είναι πραγματικά καθηλωτική.

Πρόκειται για ένα έργο με τεράστια απήχηση στο κοινό, που αρέσει σε μικρούς και μεγάλους. Βγαίνοντας από το Κολοσσαίον, κατάλαβα ακριβώς το λόγο. Ακουμπάει πολύ ευαίσθητες χορδές του ανθρώπου και αναδεικνύει τα προβλήματα και τη δυναμική όλων των σύγχρονων οικογενειακών και προσωπικών μας σχέσεων. Θα ταυτιστείτε σίγουρα!

Η Αξία της Ζωής:Μια παράσταση με πολλή αξία

Η παράσταση «Η Αξία της ζωής» έρχεται να επιβεβαιώσει για μια ακόμη φορά πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι τυχαίο ούτε το βραβείο Emmy, που απέσπασε η Αμερικανίδα συγγραφέας, Τζέιν Άντερσον, ούτε η επιτυχία της παράστασης, καθώς τόσο ο σκηνοθέτης Σωτήρης Τσαφούλιας, όσο και οι πρωταγωνιστές (Αθηνά Τσιλύρα, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Βασίλης Ρίσβας) κατορθώνουν να σε αγγίξουν και να σε συγκινήσουν βαθιά. Αυτό δεν είναι και η ουσία του θεάτρου;

Η παράσταση πραγματεύεται την ιστορία δύο ζευγαριών, που αμφότερα έχουν να διαχειριστούν τραγικές απώλειες. Ο μεν Νιλ και η Τζάνετ έχουν χάσει το σπίτι τους από πυρκαγιά και τη γάτα τους, την ώρα που ο Νιλ βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, καθώς ο καρκίνος έχει επιδεινώσει πολύ την υγεία του. Ο δε Μπιλ και η Ντίνα καλούνται να διαχειριστούν τη δολοφονία της μονάκριβης κόρης του από έναν σχιζοφρενή δολοφόνο. Οι δύο γυναίκες είναι ξαδέρφες και έτσι μια συνάντηση των δύο ζευγαριών θα σε φέρει αντιμέτωπο με καίρια ζητήματα, όπως η σχέση με το Θεό, η απώλεια, η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας. Παρακολουθούμε μέσα από τη συζήτηση τους τις διακυμάνσεις που όλοι έχουμε βιώσει αναφορικά με αυτά τα ζητήματα. Σπάνια κάποιος άνθρωπος έχει μια κάθετη άποψη για το θάνατο και το Θεό και όλοι μας θα περάσουμε από όλες τις φάσεις του πένθους, όταν βιώνουμε την απώλεια ενός δικού μας ανθρώπου.

Άξιο αναφοράς είναι η απόφαση του Νιλ να προχωρήσει σε ευθανασία, προτού ο καρκίνος τον καταβάλλει ολοκληρωτικά και ακόμα πιο συγκινητική είναι η απόφαση της Τζάνετ να φύγει και αυτή από τη ζωή μαζί του, ώστε να μη γεράσει μόνη της. Το θέμα της ευθανασίας φέρνει σε μεγάλη ρήξη τα δύο ζευγάρια και είναι εκείνο το σημείο που συγκρούονται τα θρησκευτικά με τα ηθικά πρέπει, που συγκρούεται ο κυνισμός με την αγάπη και την αξία της ζωής.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας απέδειξε για μια ακόμα φορά πως η απλότητα είναι το βασικό εργαλείο ενός σκηνοθέτη, ώστε να επικοινωνήσει μεστά και με ουσία με το θεατή. Ανατριχιαστικές οι ερμηνείες και των τεσσάρων πρωταγωνιστών, που αναδεικνύουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και πως τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Ειδικά όταν μιλάμε για τέτοια ανθρώπινα ζητήματα.

Άρτια σκηνοθεσία, υπέροχες ερμηνείες, έργο που σε αγγίζει και το σκέφτεσαι για πολλές ώρες, αφότου αποχωρήσεις από το θέατρο. Τελικά, μια από τις αξίες της ζωής είναι και να βλέπεις τόσο ωραίες παραστάσεις.

Υπάρχω: Η πολυτάραχη ζωή ενός λαϊκού ειδώλου

Αναμφίβολα, είναι μια από τις εμπορικές και πολυσυζητημένες ταινίες των τελευταίων ετών. Μόνο και μόνο το θέμα της ταινίας, όσο και η ανάθεση του ρόλου του θρυλικού Στέλιου Καζαντζίδη στο Χρήστο Μάστορα, αποτέλεσαν βασικό δέλεαρ για όλους μας να σπεύσουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες για να δούμε την ταινία. Τελικά δικαιωθήκαμε, καθώς οι μεγαλύτεροι συγκινήθηκαν, οι μικρότεροι έμαθαν και, εν τέλει, όλοι υποκλιθήκαμε στο υποκριτικό ταλέντο του Χρήστου Μάστορα.

Η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη και ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος κατόρθωσαν μέσα σε 2 ώρες να αναδείξουν όλα τα βασικά σημεία της ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη. Ένα παιδί με πλούσιο ταλέντο, που μεγάλωσε, κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, σε φτωχογειτονιά, που είδε να χτυπάνε τον πατέρα του παρακρατικοί εθνικόφρονες, που ήθελε πάντα να τραγουδάει για τον κόσμο και για τους φτωχούς, που πολύ σύντομα έγινε το λαϊκό είδωλο της χώρας. Αυτά είναι μόνο μερικά από όσα αφηγείται ο Στέλιος Καζαντζίδης στη συνέντευξη που παραχωρεί στο Γιώργο Λιάνη(Δημήτρης Καπουράνης) στη βάρκα του, έχοντας πλέον αποχωρήσει από το μουσικό στερέωμα και ζώντας απομονωμένος μαζί με τη σύζυγο του, Βάσω.

Μέσα από την ταινία παρακολοθούμε την πολύ κακή σχέση που είχε ο Στέλιος Καζαντζίδης με τις δισκογραφικές, οι οποίες θυσίαζαν τα πάντα στο βωμό του κέρδους, ενώ βλέπουμε και πώς αποσύρθηκε από τις νυχτερινές του εμφανίσεις. Εξαιρετικός ο Ηλίας Βαλάσης στο ρόλο του απαιτητικού πελάτη, ο οποίος μεθυσμένος και υπό την κατοχή όπλου, μετατρέπει το Καζαντζίδη στον «καραγκιόζη» του και τον αναγκάζει να αποτραβηχτεί οριστικά από τα νυχτερινά κέντρα.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ταινίας είναι πως αποφεύγει το κακό κουτσομπολιό και επί της ουσίας δεν εκθέτει καμία προσωπικότητα. Παρουσιάζει κάποιες πιο ενδόμιχες πτυχές του Στέλιου Καζαντζίδη, τον παρουσιάζει ως έναν συντηρητικό και παραδοσιακό άντρα, με αμέριστη λατρεία προς τη μητέρα του, χωρίς αυτό να σου δημιουργεί αλγεινή εντύπωση. Αντίθετα, βλέπουμε τους δύο μεγάλους έρωτες της ζωής του λαϊκού τραγουδιστή τόσο με την Καίτη Γκρέυ(Κλέλια Ρένεση), όσο και με την Κίτσα του, τη Μαρινέλλα(Ασημένια Βουλιώτη). Αμφότερες οι γυναίκες ζούσαν στη σκιά του θρυλικού τραγουδιστή, η Μαρινέλλα, όμως, με σεβασμό προς το Στέλιο Καζαντζίδη, αποφασίζει να ακολουθήσει το δικό της δρόμο, βυθίζοντας τον στη στεναχώρια. Η ταινία ολοκληρώνεται με την καθηλωτική επιτυχία του «Υπάρχω» το 1975, με την οποία ο Στέλιος Καζαντζίδης σταματά να δισκογραφεί.

Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος κατάφερε να εστιάσει μαεστρικά στα πιο καίρια σημεία της ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη, να αποφύγει τον κιτρινισμό ή ακόμα και μια βαρετή και στείρα αγιογραφία. Όσον αφορά το Χρήστο Μάστορα, σίγουρα ξεχωρίζει από το πρωταγωνιστικό τρίο, και σε κάνει να τον θαυμάζεις για μια ακόμα φορά τόσο για την αψεγάδιαστη φωνή του όσο και για την υποκριτική του δεινότητα. Στο κλείσιμο της ταινίας, διαπιστώνεις πως ο Στέλιος Καζαντζίδης θα υπάρχει για πάντα στις ζωές μας και πως η επαφή που είχε με τον κόσμο θα είναι, για πολλά χρόνια, αξιομνημόνευτη.

Συρανό: Η ομορφιά είναι όντως υποκειμενική;

Στο θέατρο Αριστοτέλειο εκτυλίχθηκε μια από τις πιο ρομαντικές και ποιητικές παραστάσεις των τελευταίων χρόνων. Η παράσταση «Συρανό» αναμετριέται με καίρια κοινωνικά ζητήματα, όπως η αναμέτρηση της φυσικής ομορφιάς και του πνεύματος στη μάχη του έρωτα, τη σημασία της ευγλωττίας, ενώ αναδεικνύει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τον αγνό έρωτα και την αληθινή αγάπη.

Όλα αυτά, υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Γιώργου Νανούρη, ο οποίος φρόντισε για μια ακόμα φορά να προσφέρει στους θεατές ένα μεστό σκηνικό, γεμάτο εναλλαγές, αποπνέοντας πάντα ρομαντισμό και ποίηση. Εξάλλου, μιλάμε για ένα έμμετρο έργο του 19ου αιώνα, ένα ρομαντικό δράμα, στο οποίο ο πρωταγωνιστής Συρανό αρνείται να παλέψει για την καρδιά της αγαπημένης του Ρωξάνης, εξαιτίας της φυσικής του ασχήμιας. Ο αντίζηλος του Συρανό είναι ο Κριστιάν, ένας όμορφος άντρας, ο οποίος όμως στερείται ευγλωττίας. Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει τελικά το πνεύμα; Πόσο υπερέχει το πνευματικό υπόβαθρο έναντι του φυσικού κάλλους;

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις δίνει απάντηση η αριστοτεχνική ερμηνεία του Μιχάλη Σαράντη στο ρόλο του Συρανό. Σαρωτικός (όπως πάντα), ο Μιχάλης Σαράντης κατορθώνει να αναδείξει την εσωστρέφεια του δύσμορφου ήρωα του, ο οποίος φτάνει στο σημείο να βοηθήσει τον αντίζηλο του Κριστιάν να κερδίσει την καρδιά της Ρωξάνης. Λιτή, μεστή και άκρως ποιητική η ερμηνεία της Λένας Παπαληγούρα, όπως και ο Ιάσονας Παπαματθαίου στο ρόλο του όμορφου μεν, αδέξιου δε Κριστιάν.

Το έργο θα σε κάνει να αναστοχαστείς και να αντιληφθείς πως στο παιχνίδι του έρωτα δεν παίζει ρόλο μόνο η εξωτερική εμφάνιση. Ξεχωριστή αναφορά αξίζει να γίνει στη σκηνή του μπαλκονιού, που ο Συρανό υπαγορεύει λόγια αγάπης στον Κριστιάν, ώστε να κερδίσει εκείνος την καρδιά της Ρωξάνης. Φεύγοντας, όμως, από το θέατρο, θα κάνετε και εσείς αυτή τη συζήτηση με τους οικείους σας: Η ομορφιά τελικά είναι υποκειμενική;