Πρέπει να ρωτάνε οι δημοσιογράφοι τα πάντα στους πάντες;

Μεγάλη αναστάτωση στο μιντιακό χώρο προκάλεσαν οι δηλώσεις του δημοφιλούς ηθοποιού, Άρη Σερβετάλη, αναφορικά με τις αμβλώσεις. Αφορμή στάθηκαν οι εξίσου αμφιλεγόμενες δηλώσεις του ευρωβουλευτή Νίκου Αναδιώτη, ο οποίος, εμμέσως πλην σαφώς, τοποθετήθηκε κατά του συνταγματικού δικαιώματος των γυναικών για το δικαίωμα της άμβλωσης. Δεν έχει τόσο νόημα να αναπαράγουμε αυτές τις δηλώσεις, όσο να αναρωτηθούμε το κίνητρο μερίδας των media να ρωτάει ηθοποιούς και ανθρώπους της showbiz για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα.

Προφανώς υπάρχει δημοκρατία και προφανώς ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Όπως είχε πει ο Βολταίρος, «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Η τηλεόραση οφείλει να φιλοξενεί όλες τις απόψεις και οφείλει να εκπροσωπεί όλους τους ανθρώπους, εξάλλου πρόκειται για ένα δημόσιο μέσο, που είναι στα σπίτια των περισσότερων. Ωστόσο, έχει αξία να αναρωτηθούμε αν η δημοκρατία αποτελεί το πρόσχημα ενός «επιτηδευμένου μιντιακού πάρτι», ώστε να γίνεται ντόρος και, κατά συνέπεια, νούμερα τηλεθέασης.

Αρχικά, το ζήτημα των αμβλώσεων είναι κατοχυρωμένο συνταγματικά από το 1982. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση. Ακόμα όμως και να θέλεις να την ανοίξεις, δεν πας να ρωτήσεις σκοπίμως ανθρώπους, που υποθέτεις ότι θα σου πουν μια ακραία ή γραφική δήλωση. Χρησιμοποιώ το ρήμα «υποθέτεις», καθώς δεν μπορείς να είσαι και βέβαιος ότι το εκάστοτε πρόσωπο της showbiz θα θελήσει να τοποθετηθεί ακραία στη μέση του δρόμου πάνω σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα. Παρόλα αυτά, ο κάθε αρχισυντάκτης και πάρα πολλοί δημοσιογράφοι γνωρίζουν αρκετά καλά τα πιστεύω και το αξιακό σύστημα των περισσότερων ανθρώπων που πάνε να πάρουν μια δήλωση. Ας μη γελιόμαστε, εύχονται σίγουρα να λάβουν μια ακραία δήλωση, ώστε να γίνει ντόρος και να υπάρξει συζήτηση.

Αν, λοιπόν, επιθυμείς να ανοίξεις μια δημόσια συζήτηση για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, δεν περιμένεις τη δήλωση ενός δημοφιλούς ηθοποιού. Δεν ρωτάς τον κάθε άνθρωπο, που επιθυμεί δημοσιότητα ή που απλά θέλει να εκφράσει την άποψη του πάνω σε θέμα χωρίς το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο. Καλείς, εξαρχής, τους κατάλληλους ανθρώπους και επιχειρείς να γίνει μια εποικοδομητική συζήτηση, φιλοξενώντας όλες τις απόψεις.

Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν κόσμο αρμονικά πλασμένο και σίγουρα ο χώρος των media πάντα θα ενέχει μια σκοπιμότητα. Είναι σεβαστή, μέχρι ένα βαθμό, απλώς απαιτείται λίγο περισσότερη προσοχή, όταν μιλάμε για κοινωνικά θέματα τόσο μεγάλης σημασίας.

Σκληρή κριτική ή κανιβαλισμός;

Έντονες αντιδράσεις προκλήθηκαν από το ρεπορτάζ της εκπομπής «Το Πρωινό» του ANT1 αναφορικά με το ρεπορτάζ σχετικά με το σπίτι του αδικοχαμένου ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού και της Εθνικής Ελλάδος, Τζορτζ Μπάλντοκ. Αρχικά, να εκφράσω και εγώ τα ειλικρινά συλλυπητήρια μου στην οικογένεια του 31χρονου ποδοσφαιριστή και σε στιγμές οδύνης και βαθιάς λύπης, το λιγότερο που πρέπει να κάνεις είναι να δείξεις σεβασμό στον πόνο των οικείων προσώπων. Το γεγονός πως το ρεπορτάζ της πρωινής εκπομπής του ΑΝΤ1 είναι κατάπτυστο, νομίζω πως δεν επιδέχεται περαιτέρω ανάλυσης. Δικαιολογημένα προκάλεσε αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και την έρευνα του ΕΣΡ. Ωστόσο, πού τελειώνει η δικαιολογημένη σκληρή κριτική και που ξεκινάει η ανθρωποφαγία και ο κανιβαλισμός;

Θα μου πείτε: «Όταν έχεις δημόσιο λόγο, οφείλεις να είσαι προσεκτικός», «Οι κεντρικοί παρουσιαστές των εκπομπών αμείβονται πλουσιοπαροχα και πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στις πληροφορίες που μεταδίδουν» ή με πιο απλά λόγια «τέτοια απαράδεκτα ρεπορτάζ πρέπει να γίνονται αντικείμενο σκληρής κριτικής, μπας και αλλάξει κάτι στο πολεμικό τοπίο της τηλεόρασης». Όλα αυτά άκουσα σε συζητήσεις με τους οικείους μου και συμφωνώ σε όλα συλλαβή προς συλλαβή. Είναι αλήθεια πως στο βωμό της τηλεθέασης και του σκληρού ανταγωνισμού, πολλές φορές τα όρια καταπατώνται και προβάλλονται ειδήσεις δίχως ίχνος σεβασμού και ενσυναίσθησης. Είναι, όμως, λύση να στήνουμε έναν άνθρωπο στη γωνία και να τον πυροβολούμε δίχως έλεος;

Παρακολουθώντας ότι ακολούθησε αυτού του άστοχου ρεπορτάζ, αναρωτήθηκα πολλές φορές αν τελικά κάνουμε αυτό που ακριβώς κατηγορούμε. Αν, δηλαδή, κατηγορούμε ένα δημόσιο πρόσωπο για ανθρωποφαγία και τελικά εμείς οι ίδιοι γινόμαστε περισσότερο ανθρωποφάγοι στην προσπάθεια αποδόμησης του; Είναι κοινός τόπος ότι ζούμε στην εποχή αποκαθήλωσης κάποιων προτύπων, η κοινωνία καθημερινά σκληραίνει όλο και περισσότερο και πολλές φορές δίνεται η εντύπωση ότι θέλουμε διακαώς να δώσουμε την τελική χαριστική βολή σε κάποιον.

Και πάλι θα μου πείτε«Σιγά μην τον λυπηθούμε κιόλας, ας πρόσεχε». Σαφώς δεν είναι δουλειά του τηλεθεατή να συμπονεί τον εκάστοτε παρουσιαστή, όταν κάνει λάθος, απεναντίας πρέπει να ασκεί κριτική για να γίνεται καλύτερος. Στο τέλος, υποτίθεται πως όλα αυτά τα τηλεοπτικά προγράμματα προβάλλονται προς χάρη και τέρψη των τηλεθεατών. Απλώς με τρομάζει κάποιες φορές ότι υπάρχει μια τόσο λεπτή γραμμή μεταξύ της δριμείας κριτικής και του κανιβαλισμού; Δεν υπάρχουν σαφή όρια, ούτε μπορεί να τα θέσει κάποιος. Μην γίνουμε μόνο αδυσώπητοι ανθρωποφάγοι, όχι για να προστατέψουμε ένα δημόσιο πρόσωπο, αλλά για να προστατέψουμε τα ανθρώπινα όρια που πρέπει να διέπουν μια ευνομούμενη κοινωνία.

Πού τελειώνει, τελικά, η ενημέρωση και πού ξεκινάει η εμπορευματοποίηση

Αν και αυτό το site φιλοξενεί απόψεις, κυρίως, για τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης, το χθεσινό γεγονός με την καταγραφή της λιποθυμίας της Μαρινέλλας στο κατάμεστο Ηρώδειο δεν μπορεί να με αφήσει ανεπηρέαστο και να μείνει ασχολίαστο. Εξάλλου, επιδιώκω να μιλάω και για τον «πολιτισμό» ως έννοια. Αυτή η έννοια, λοιπόν, με απασχόλησε χθες βράδυ βλέποντας την λιποθυμία της κυρίας Μαρινέλλας να γίνεται viral μέσα σε λίγα λεπτά και να γινόμαστε όλοι κοινωνοί ενός βίντεο, που πιο πολύ ντροπιαστικό είναι παρά ενημερωτικό.

Χρησιμοποιώντας τη λέξη «ντροπιαστικό», αναφέρομαι στη μάστιγα της εποχής, η οποία δεν είναι άλλη από την απευθείας καταγραφή ενός περιστατικού στο κινητό μας. Στην εποχή της ραγδαίας τεχνολογικής έκρηξης, οι περισσότεροι(θέλω να πιστεύω ασυναίσθητα) σηκώνουν απλά το κινητό τους, θέλοντας να αποθεώσουν ένα συμβάν, που λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια τους. Έτσι μάθαμε, πρώτα να πατάμε το «Play» στο βίντεο και μετά να βοηθάμε. Αυτό που προκαλεί ακόμα πιο αλγεινή εντύπωση είναι πως μιλάμε για μια γυναίκα, η οποία είναι συνώνυμο της λέξης «πολιτισμός», μια γυναίκα που έχει αφήσει τεράστια παρακαταθήκη και πολιτιστική κληρονομιά και, ως απόρροια αυτών, έχει κερδίσει το σεβασμό όλης της χώρας.

Αυτός ο σεβασμός, λοιπόν, χάθηκε. Χάθηκε για λίγες παραπάνω προβολές στα sites, χάθηκε γιατί πλέον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα κινητά έχουν γίνει δεύτερη φύση μας. Έχουν μετατραπεί σε απόλυτο πρωταγωνιστή της καθημερινότητας μας, δεν αναλογιζόμαστε ούτε το κύρος ενός προσώπου, ούτε το χώρο, ούτε τη συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε.

Εννοείται πως από αυτή τη μάστιγα δεν έχει γλιτώσει και ένα μέρος των δημοσιογράφων, που στο βωμό ενός κλικ, εμπορευματοποιεί ευαίσθητες προσωπικές στιγμές, παραβιάζει απόρρητο, βάζει φανταχτερούς τίτλους. Η ίδια η δημοσιογραφία επιχειρεί να ανταγωνιστεί το Tik Tok και το Instagram, αγνοώντας ανθρώπινες ψυχές και θέματα υγείας.

Ας μη γελιόμαστε, όλοι θα ξυπνούσαμε κανονικά σήμερα, αν δεν είχαμε δει τη λιποθυμία της Μαρινέλλας στην επετειακή της συναυλία στο Ηρώδειο. Περαστικά στη μεγάλη κυρία του τραγουδιού και περαστικά σε μια μερίδα της κοινωνίας, που δεν μπορεί να ξεχωρίσει πότε πρέπει να καταγράψει ένα συμβάν με το κινητό τηλέφωνο.

Εύκολο να πας στα μεγάλα events;

Καλοκαίρι 2024, ένα καλοκαίρι γεμάτο συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, φεστιβάλ και ταινίες σε θερινά σινεμά. Αν είσαι λάτρης των καλλιτεχνικών δράσεων και σου αρέσει να κάνεις καινούργια πράγματα, τότε σίγουρα η Θεσσαλονίκη είναι η κατάλληλη πόλη για να ζεις, καθώς από το Μάιο ως και το Σεπτέμβριο υπάρχει μια υπερπληθώρα πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Μέσα σε αυτό το διάστημα παρακολούθησα πάρα πολλές συναυλίες, στο γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς, στο Θέατρο Γης, στο Θέατρο Δάσους, στη ΔΕΘ, στη PAOK Sports Arena, παρακολούθησα μια θεατρική παράσταση στο Θέατρο Κήπου, πήγα στα θερινά σινεμά σε κεντρικά σημεία της πόλης και στα περισσότερα εξ αυτών υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: η ταλαιπωρία της άφιξης και της αναχώρησης.

Θα δανειστώ ένα στίχο της Μαρίνας Σάττι για να εξιστορήσω μόνο μερικά από όσα συνέβησαν το περασμένο καλοκαίρι. Τι να πρωτοθυμηθώ…. Να θυμηθώ τα γεμάτα λεωφορεία, τον κόσμο που έμενε έξω από αυτά, τα εκαντοντάδες αυτοκίνητα που κολλούσαν για ώρα σε μια ουρά, τους κατοίκους της περιοχής που δεν μπορούσαν να φτάσουν σπίτι τους ή να θυμηθώ τους γονείς που περιμένουν πολλά μέτρα έξω από το γήπεδο τα παιδιά τους για να φύγουν πιο γρήγορα; Ή να εστιάσω στην οργάνωση μερικών συναυλιών, που για να μπούμε ή για να βγούμε από το γήπεδο υπήρχε μόνο μία είσοδος/έξοδος και κάναμε 45 λεπτά;

Ακόμα και στα θερινά σινεμά, δεν ήταν δυνατή η παρακολούθηση μιας ταινίας, καθώς την ίδια στιγμή, λίγα μέτρα μακριά, λάμβανε χώρα μια συναυλία και οι θεατές με ένα εισιτήριο…απολάμβαναν μια συναυλία και μια ταινία μαζί. Είναι κάποιες φορές αρκετά στενάχωρο να θέλεις να απολαύσεις μια εκδήλωση και να «μετανιώνεις» λίγο πριν φτάσεις ή να περιμένεις να σε ανταμείψει αυτό που θα δεις για να πεις πως άξιζε τον κόπο.

Αναμφίβολα, είναι έτσι η δομή της πόλης, έτσι είναι οι δρόμοι της και μετά από ένα σημείο απλά συνηθίζεις και το αποδέχεσαι. Από την άλλη πλευρά, όταν μια πόλη φιλοξενεί τόσες πολλές εκδηλώσεις, θα μπορούσε να έχει μια στοιχειώδη οργάνωση. Περισσότερα λεωφορεία πριν και μετά την εκδήλωση, να μη συμπίπτουν συναυλιες και θεατρικές παραστάσεις με 100 μέτρα απόσταση, να έχουν περισσότερες εισόδους και εξόδους κάποια γήπεδα.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν συμβαίνει αυτό σε κάθε καλλιτεχνικό δρώμενο, απλώς το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι διψασμένο για ποιοτικές πολιτιστικές επιλογές και μακάρι να γίνουν όλα τα απαραίτητα βήματα, ώστε να κυλούν όλα εύρυθμα και ομαλά κατά τη διάρκεια μιας καλλιτεχνικής εκδήλωσης.