Η Ζωή του Τσακ: Σπουδαίο μήνυμα, προβληματική πλοκή

Πρεμιέρα στους κινηματογράφους έκανε η πολυαναμενόμενη ταινία του Μάικ Φλάναγκαν «Η ζωή του Τσακ». Βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Στίβεν Κινγκ, περιμέναμε μια ταινία για το μεγαλείο της ανθρωπιάς και της αγάπης, όμως, η ταινία, χωρισμένη σε 3 μέρη, προσπαθεί περισσότερο να εκβιάσει το συναίσθημα, ενώ το μεγαλύτερο της πρόβλημα είναι το αργό της τέμπο και η μέτρια σύνδεση μεταξύ των τριών διαφορετικών μερών.

Η ταινία, από το ξεκίνημα της, σε μεταφέρει σε ένα δυσοίωνο και δυστοπικό περιβάλλον. Ο κόσμος καταστρέφεται, πόλεις είναι στο χείλος της εξαφάνισης και οι τρομαγμένοι κάτοικοι μιας πόλης βλέπουν τόσο στα ΜΜΕ όσο και στους δρόμους ένα ευχαριστήριο μήνυμα: «Τσαρλς Κραντς, 39 υπέροχα χρόνια, ευχαριστώ, Τσακ». Το δεύτερο και τρίτο μέρος της ταινίας μας συστήνει αναλυτικά τον Τσακ, έναν καλοκάγαθο άντρα, με δύσκολα παιδικά χρόνια, που κυνηγά την ευτυχία στα απλά πράγματα, ενώ λίγο πριν κλείσει τα 40 χρόνια του, μαθαίνει πως έχει όγκο στο κεφάλι και τού μένει λίγος χρόνος ζωής.

Αξίζει να αναφέρουμε κάποια πολύ δυνατά σημεία της ταινίας. Πόση χαρά μπορεί να μας δώσει ένας απρόβλεπτος και αυθόρμητος χορός με έναν άγνωστο στο δρόμο; Πόση χαρά μπορεί να μας δώσει να βοηθήσουμε ένα μουσικό του δρόμου; Ωστόσο, η ατάκα-κόλαφος της ταινίας είναι πως «η αναμονή είναι το δυσκολότερο μέρος». Πόσο δύσκολο είναι να ξέρουμε πως θα φύγουμε από τη ζωή και να πρέπει να χαρούμε τα απλά και καθημερινά πράγματα;

Αναντίρρητα, η ταινία έχει κάποια πολύ όμορφα μηνύματα, αλλά καταλήγουν μάλλον επιτηδευμένα. Επιπρόσθετα, το πρώτο μέρος σε κρατά σε μια εγρήγορση για το τι θα επακολουθήσει και, δυστυχώς, το τρίτο και τελευταίο μέρος δεν έχει καμία ιδιαίτερη κορύφωση. Θα μπορούσε η ταινία να έχει καλύτερη δομή, ενώ θα ήθελα να δω περισσότερο τις αντιδράσεις του Τσακ ως ενήλικα, όταν μαθαίνει ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια, παρά ως παιδί.

Η σκηνοθεσία του Μάικ Φλάναγκαν είναι, μάλλον, φλύαρη, ενώ το σενάριο του ίδιου και του Στίβεν Κινγκ στερείται αποτελεσματικής σύνδεσης. Πολύ ωραίες και ουσιαστικές οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, ειδικά του Τσακ( Τομ Χίντλστον). Αναμφίβολα, η ταινία συγκινεί, αξίζει να ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο, να αγαπάμε τον εαυτό μας, να παίρνουμε χαρά από τη μικρά καθημερινά πράγματα, αλλά δυστυχώς έλειψε η κορύφωση.

Materialists: Πιο επίκαιρη από ποτέ!

Είχα πολύ καιρό να δω μια ταινία, που να περιγράφει τόσο εύστοχα το καίριο ζήτημα των σύγχρονων σχέσεων. Πόσο έτοιμοι είμαστε να αγαπήσουμε αληθινά; Πόσο πολύ εγκλωβίζουμε τους άλλους σε κουτάκια που αφορούν το ύψος, το βάρος, τη μόρφωση, το κοινωνικό υπόβαθρο; Αρκούν κάποια «τικ» στο τέλειο πακέτο που ονειρευόμαστε για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε αληθινά τον άλλον; Η ταινία «Materialits»,  ή αν προτιμάτε τον ελληνικό τίτλο «Ταιριάζουμε;» της Σελίν Σονγκ, είναι μια ρομαντική κομεντί, που αντικατοπτρίζει πλήρως τη δυναμική των σχέσεων εν έτι 2025.

Η ιστορία στρέφεται γύρω από την πρωταγωνίστρια, Λούσι (Ντακότα Τζόνσον). Η Λούσι εργάζεται ως προξενήτρα, κάνει τα τέλεια «match» για τους πελάτες της και πιστεύει πως ο γάμος είναι «business». Ούσα χωρισμένη από έναν άφραγκο και άνεργο ηθοποιό, τον Τζον(Κρις Έβανς), η δυναμική Λούσι παρουσιάζεται ως μια επιφανειακή γυναίκα, υλίστρια, που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο χρήμα. Όταν, όμως, γνωρίζει τον πάμπλουτο Χάρι ( Πέδρο Πασκάλ), το παρελθόν τής χτυπάει την πόρτα και βρίσκεται αντιμέτωπη με το εξής δίλημμα: «Να προτιμήσει το Χάρι, που πληροί τα χαρακτηριστικά του ΄΄τέλειου πακέτου΄΄ ή να επιστρέψει στον Τζον, που την αγαπάει αληθινά και την ξέρει πολύ καλά;

Παρότι για πολλούς η ταινία μοιάζει προβλέψιμη, η σκηνοθεσία και η προσέγγιση της Σελίν Σονγκ ανατρέπει αρκετά τα προγνωστικά. Η ταινία σε αγγίζει, γιατί δείχνει την επικινδυνότητα που κρύβει ένα φαινομενικά τέλειο «match». Δείχνει το πόσο ανούσιο είναι να ζητάμε συντρόφους, λες και αγοράζουμε σπίτι ή αυτοκίνητο. Και το κυριότερο, παρουσιάζει όλο το φάσμα συναισθημάτων που βιώνει σήμερα ένας άνθρωπος. Στην εποχή που κυριαρχούν οι εφαρμογές γνωριμιών, το «Materialists» επιβεβαιώνει πως όλοι οι άνθρωποι ψάχνουν την αληθινή αγάπη, αλλά δυστυχώς εγκλωβίζονται σε κουτάκια και σε «τικ» σε μια μακροσκελή λίστα.

Εξαιρετική η σκηνοθεσία της Σελίν Σονγκ, όπως και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μια ταινία για το σήμερα, για το τώρα, που θα σας γεννήσει πολλά συναισθήματα. Μη τη χάσετε!

TIFF24: Κάτι παραπάνω μια από εμπειρία εθελοντισμού!

Στην πόλη της Κλουζ-Ναπόκα πραγματοποιήθηκε το 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τρανσιλβανία από τις 13 ως τις 22 Ιουνίου. Πάνω από 125.000 θεατές παρακολούθησαν συνολικά το Φεστιβάλ, απολαμβάνοντας μοναδικές ταινίες και τις 10 ημέρες.

Μεταξύ των 1.000 ειδικών προσκεκλημένων ήταν ο Ούγγρος σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Béla Tarr, ο γνωστός Ρουμάνος ηθοποιός, Florin Piersic, η ηθοποιός Maria de Medeiros από την Πορτογαλία και πολλοί άλλοι διάσημοι καλλιτέχνες, που τίμησαν με την παρουσία τους το 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τρανσιλβανία. Συνολικά στο Φεστιβάλ προβλήθηκαν πάνω από 200 ταινίες. Η πρώτη προβολή ήταν η ιρλανδική ταινία «Christy», ενώ η τελευταία προβολή ήταν η δραματική ταινία «Sirât» του Γαλλικής καταγωγής σκηνοθέτη, Óliver Laxe. Μάλιστα, τη συγκεκριμένη ταινία την είδαν πάνω από 3.000 άνθρωποι στην κεντρική πλατεία της πόλης, Unirii Square.

Προσωπικά είχα την τύχη να παρευρεθώ στο Φεστιβάλ και να συμμετέχω ως εθελοντής στο τμήμα της Αγοράς. Παρακολούθησα πολλούς νέους καλλιτέχνες να προσπαθούν να βρουν χορηγούς, ώστε να στηρίξουν τις φιλόδοξες ιδέες του. Για 10 ημέρες απόλαυσα υπέροχες ταινίες, όπως το «Thank you for banking with us», «Dreams», «La infiltrada», «Dreams(Sex Love)», «Le Mohican» και «Queer».Τις συνιστώ όλες ανεπιφύλακτα, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως με κέρδισαν λίγο παραπάνω οι ταινίες  «La infiltrada» του Arantxa Echevarría και «Dreams(Sex Love)» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Dag Johan Haugerud.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ και στην υπέροχη πόλη της Κλουζ, η οποία απέδειξε τον τίτλο της. Είναι, όντως, η «πρωτεύουσα των ταινιών και της κουλτούρας». Είναι μια πολύ ζωντανή πόλη, πολύ όμορφη και με πάρα πολλά δρώμενα, δεν βαριέσαι ποτέ. Κόσμος όλων των ηλικιών γέμιζε κάθε μέρα τις αίθουσες, ενώ σύμμαχος ήταν και ο πολύ ωραίος καιρός που έκανε αυτές τις ημέρες.

Ραντεβού, λοιπόν, ξανά για το 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τρανσιλβανία 12-21 Ιουνίου 2026.

Ballerina: Μια ιστορία εκδίκησης και αιματοχυσίας

Το 5ο επεισόδιο στο franchise του John Wick μάς συστήνει την Ιβ ΜακΚάρο, μια γυναίκα διψασμένη για εκδίκηση, εξαιτίας της δολοφονίας του πατέρα της. Έτσι, εκπαιδεύεται σκληρά από το δολοφονικό συνδικάτο «Ρούσκα Ρομά» και, όταν συμπληρώνει τη βασική της εκπαίδευση, πάει να βρει τους υπαίτιους της δολοφονίας του πατέρα της.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Λεν Γουάιζμαν, επέλεξε μια αρκετά γρήγορη σκηνοθεσία, με εναλλαγή σκηνικών, με έντονη δράση, με εντυπωσιακές σκηνές, αλλά και με πολλά ερωτηματικά. Για παράδειγμα, τη σύνδεση του τίτλου της ταινίας με το περιεχόμενο της. Με άλλα λόγια, σε κανένα σημείο δεν διακρίνουμε για ποιο λόγο η ηρωίδα κάνει μαθήματα μπαλέτου στην αρχή της ταινίας. Έπειτα, δεν εξηγείται επαρκώς η αντιπαλότητα μεταξύ του δολοφονικού συνδικάτου «Ρούσκα Ρομά» με ένα άλλο εγκληματικό συνδικάτο, το οποίο ζει σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό και κατοικείται μόνο από δολοφόνους και εκτελεστές.

Η πρωταγωνίστρια, Άνα ντε Άρμας, ανταποκρίνεται επάξια στο ρόλο της. Μαχητική, δυναμική, χωρίς ηθικούς φραγμούς, έτοιμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια, προκειμένου να πετύχει το στόχο της. Συμμετέχει σε εντυπωσιακές σκηνές δράσης με φλογοβόλα, βόμβες, όπλα και ξεχωρίζει για τη δίψα της να μάθει την αλήθεια, που της κρύβουν ακόμα και οι δικοί της άνθρωποι.

Συνολικά, πρόκειται για μια ταινία, που δεν χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Καθόλη τη διάρκεια της, βλέπουμε πολύ ενδιαφέρουσες σκηνές δράσης με πολλή βία, αιματοχυσία, φόνους και μια ηρωίδα, που τελικά καταφέρνει το στόχο της. Μάλλον διεκπαιρωτικοί όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι και ένα έργο χωρίς ανατροπές και μυστήριο.

Anora: Διασκεδαστικό με γλυκόπικρο φινάλε!

Συνολικά 5 Όσκαρ κέρδισε το «Anora» του Σον Μπέικερ, ο οποίος μάλιστα έγινε ο πρώτος σκηνοθέτης που κερδίζει 4 Όσκαρ(Σκηνοθεσίας, Πρωτότυπου Σεναρίου, Μοντάζ και Καλύτερης Ταινίας). Μια ταινία, που κόστισε μόλις 6 εκατομμύρια δολάρια και κατάφερε να αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, δίνοντας μια σπουδαία νίκη στο «ανεξάρτητο σινεμά».

Το «Anora» περιγράφει τη ζωή της Άνι, μιας σεξεργάτριας του Μπρούκλιν, η οποία θα γνωρίσει στο στριπτιτζάδικο που δουλεύει, τον 21χρονο Ιβάν. Ο Ιβάν είναι γιος ενός πάμπλουτου Ρώσου ολιγάρχη, αρκετά κακομαθημένος, παρορμητικός, αυθόρμητος και ζει το αμερικανικό όνειρο. Μένει σε μια έπαυλη, ξοδεύει αλόγιστα τα χρήματα του πατέρα του, παίζει βιντεοπαιχνίδια και ζει μια έντονη ζωή γεμάτη ποτό, σεξ, ναρκωτικά και ξενύχτια. Ορμώμενος από τον ενθουσιασμό του, ο Ιβάν προτείνει στην Άνι να γίνει η συνοδός του για μια εβδομάδα έναντι τεράστιας αμοιβής και κατόπιν της ζητά να τον παντρευτεί. Ο γάμος τους στο Λας Βέγκας γίνεται η αφορμή, ώστε οι γονείς του Ιβάν να δώσουν εντολή στους Αρμένιους μπράβους τους να εισβάλλουν στο σπίτι του για να διαλύσουν αυτό το γάμο.

Το πρώτο μέρος της ταινίας δίνει έμφαση στην Ανόρα(η οποία προτιμάει να τη φωνάζουν Άνι) και στη σχέση της με τον Ιβάν. Ο Σον Μπέικερ επιλέγει να μας δείξει πολλές σκηνές ωμού σεξ, επίδειξης πλούτου, χλιδής για να απενεχοποιήσει, αρχικά, τη δουλειά της σεξεργάτριας και, έπειτα, να τονίσει το αμερικανικό όνειρο που ζουν οι δύο πρωταγωνιστές. Το δεύτερο μέρος της ταινίας εξελίσσεται σε μια φαρσοκωμωδία, που συμβαίνουν αλλεπάλληλες κωμικοτραγικές ανατροπές και έχει στόχο να δείξει το ψυχισμό της Άνι. Βλέπουμε πως ξαφνικά το όνειρο μιας άνετης και πολυτελούς ζωής μετατρέπεται σε εφιάλτη για την ίδια, η οποία αρνείται να πιστέψει ότι θα τα χάσει όλα μέσα σε μια στιγμή. Παρακολουθούμε το δυναμισμό της, τη συναισθηματική της ευαλωτότητα και το φινάλε μάς δείχνει πως δεν μπορεί να δεχτεί εύκολα την αληθινή αγάπη.

Η Μάικι Μάντισον δικαίως κέρδισε το Όσκαρ του Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Η ερμηνεία της ήταν πραγματικά εξαιρετική, δείχνοντας μας όλες τις πτυχές της Άνι, ενώ πολύ καλή είναι και η ερμηνεία του Μαρκ Ειντέλστεϊν. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω με σιγουριά πως η ταινία άξιζε 5 Όσκαρ. Συμφωνώ με την άποψη πως είναι μια μοντέρνα εκδοχή της Σταχτοπούτας, συμφωνώ απόλυτα για τη αριστουργηματική σκηνοθεσία του Μπέικερ, αλλά διαφωνώ με την ουσία της ταινίας. Υπερπληθώρα σκηνών σεξ, πολλές βρισιές, πολύ πάρτι, χλιδή και ένα φινάλε, που θα μπορούσε να φωτίσει ακόμα περισσότερο το συναισθηματικό κόσμο της Άνι.

Είναι σίγουρα μια ταινία, που περνάει η ώρα γρήγορα και ευχάριστα, είναι αρκετά εύπεπτη, αλλά θα μπορούσε να εστιάσει ακόμα περισσότερο στο ψυχισμό των πρωταγωνιστών, όταν γκρεμίζεται το αμερικανικό τους όνειρο.

I am still here: Ένα δίωρο αλήθειας και συγκίνησης για μικρούς και μεγάλους

«I am still here» ονομάζεται η νέα ταινία του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη «Βάλτερ Σάλες» και πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, που έλαβε χώρα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το 1971. Τότε η Βραζιλία ήταν υπό το καθεστώς στρατιωτικής δικτατορίας και όποιος υποστήριζε την αντίσταση κινδύνευε με φυλάκιση και βαριά βασανιστήρια.

Η ιστορία, λοιπόν, στρέφεται γύρω από το Ρούμπενς Πάϊβα, ένα φιλήσυχο οικογενειάρχη, ο οποίος απολαμβάνει απλές καθημερινές στιγμές με τη γυναίκα του, Γιούνις, και τα πέντε παιδιά τους. Η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά της οικογένειας διακόπτεται βίαια, όταν ο στρατός εισβάλλει στο σπίτι της οικογένειας για να συλλάβει το Ρούμπενς, με την υποψία ότι στηρίζει κρυφά την αντίσταση. Είναι το σημείο με το οποίο αρχίζει και ξετυλίγεται η υπόθεση και φανερώνεται με τον πιο ωμό και κυνικό τρόπο τι έκαναν οι στρατιώτες στους ακτιβιστές και τους ανθρώπους της αντίστασης.

Μια μέρα μετά συλλαμβάνεται και η γυναίκα του, Γιούνις, μαζί με τη μια κόρη του, ώστε να δώσουν κατάθεση και εν τέλει η Γιούνις μένει 12 μέρες στη φυλακή, βιώνοντας απάνθρωπες συνθήκες. Μόλις αφήνεται ελεύθερη, βάζει στόχο, όχι μόνο να μάθει τι έγινε και αν ζει ο άντρας της, αλλά και να διατηρήσει την ηρεμία στην οικογένεια της.

Ο Βάλτερ Σάλες κατορθώνει να φωτίσει τον αγώνα της γυναίκας, η οποία τελικά θα δικαιωθεί μετά από 25 χρόνια, δίνοντας, με αυτό τον τρόπο, ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατά των ανθρώπων του φασισμού και της δικτατορίας, που απλά εξαφάνιζαν ανθρώπους μέσα σε μια νύχτα. Η ερμηνεία της Φερνάντα Τόρες είναι καθηλωτική, ενώ πολύ συγκινητική είναι η συμμετοχή της μητέρας της, Φερνάντα Μοντενέγκρο, στο τέλος της ταινίας, που υποδύεται την Γιούνις σε μεγάλη ηλικία.

Η ταινία αποτελεί ωδή στα ανθρώπινα δικαιώματα, ακροβατεί μαεστρικά μεταξύ κυνισμού και τρυφερότητας και στο τέλος σου αφήνει τη γεύση της δικαίωσης, της λύτρωσης αλλά και μιας βαθιάς και ουσιαστικής συγκίνησης. Στα αρνητικά της ταινίας είναι κάποια αφηγηματικά άλματα, τα οποία, ωστόσο, εξηγούνται στο τέλος της ταινίας με υπότιτλους.

Ο Βάλτερ Σάλες βασίστηκε στο βιβλίο του γιου του Ρούμπενς Πάϊβα, Μαρσέλο, και μετά από 2 χρόνια σκληρής δουλειάς, κατόρθωσε να δημιουργήσει μια άκρως τρυφερή και αληθοφανή ταινία. Το «I am still here» βραβεύτηκε στα Όσκαρ 2025 με το βραβείο της καλύτερης διεθνούς ταινίας. Μην τη χάσετε!

ΟΣΚΑΡ 2025: Η επέλαση της ταινίας Anora

And the Oscar goes to…Anora! Η ταινία του Σον Μπέικερ σάρωσε στη 97η απονομή των Όσκαρ στο Dolby Theatre του Λος Άντζελες, αποσπώντας συνολικά 5 βραβεία. Συγκεκριμένα, κατάφερε να κερδίσει το βραβείο της Καλύτερης Ταινίας, του  Α’ Γυναικείου Ρόλου, της Σκηνοθεσίας, του Πρωτότυπου Σεναρίου και του Μοντάζ. Αναμφισβήτητα, η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στη Μάικι Μάντισον, την πρωταγωνίστρια του Anora, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού το απόλυτο φαβορί, Ντεμί Μουρ.

Η βραδιά ήταν άκρως λαμπερή και εντυπωσιακή, ενώ η παρουσίαση του δημοφιλούς σεναριογράφου, Κόναν Ο’Μπράιεν, προσέδωσε μια ξεχωριστή νότα ανανέωσης και χιούμορ. Ήταν πολύ εύστοχος και άμεσος στα σχόλια του και, αναντίρρητα, κρίνεται πετυχημένη η επιλογή του ως κεντρικού οικοδεσπότη της βραδιάς.

Στην ουσία των Όσκαρ, πέρα από την επιβλητική νίκη της ταινίας Anora, μεγάλος νικητής αναδείχθηκε και ο Άντριεν Μπρόντι, που κατέκτησε το βραβείο του Α’ Ανδρικού Ρόλου για την εξαίσια ερμηνεία του στην ταινία «The Brutalist». Ο Αμερικανός ηθοποιός αποδεικνύει περίτρανα πως είναι ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του, καθώς κατέκτησε για δεύτερη φορά το Όσκαρ. Η πρώτη φορά ήταν πριν από 22 χρόνια, που είχε πάλι αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια για την ερμηνεία του στην ταινία «The Pianist».

Μεγάλος χαμένος της βραδιάς είναι η ταινία «Emilia Perez». 13 υποψηφιότητες για Όσκαρ και μόλις 2 βραβεία. Αναλυτικότερα, το τραγούδι «El Mal» απέσπασε το βραβείο του καλύτερου τραγουδιού, ενώ η Ζόε Σαλντάντα απέσπασε δικαίως το Όσκαρ του Β’ Γυναικείου Ρόλου. Η ερμηνεία της στο «Emilia Perez» ήταν συγκλονιστική και, μάλιστα, έγινε η πρώτη ηθοποιός από τη Δομινικανή Δημοκρατία που κερδίζει Όσκαρ. Η ίδια, φανερά, συγκινημένη και περήφανη για τον εαυτό της, δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως είναι «υπερήφανη κόρη μεταναστών».

Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε τον Κίραν Κάλκιν, ο οποίος μάς συγκίνησε όλους με την υποκριτική του δεινότητα στην ταινία «A Real Pain». Επιβεβαιώνοντας όλα τα προγνωστικά, απέσπασε το Όσκαρ στην κατηγορία Β’Ανδρικού Ρόλου. Όσο για το Κονκλάβιο, διεκδίκησε 8 βραβεία, αλλά κέρδισε μόλις ένα(Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου).

Συνολικά, ήταν μια υπέροχη βραδιά, αντάξια των προσδοκιών μας. Η 97η απονομή των Όσκαρ τα είχε όλα, είχε συγκίνηση, λάμψη, χιούμορ, ανατροπές και η καθηλωτική νίκη της ταινίας «Anora» πέρασε ένα σπουδαίο μήνυμα: «Είναι ώρα να λάμψει ακόμα περισσότερο ο ανεξάρτητος κινηματογράφος».

The Brutalist: Ένα φιλόδοξο εγχείρημα του Μπρέιντι Κορμπέ

Συνολικά 10 Όσκαρ διεκδικεί το «The Brutalist» του διάσημου Αμερικανού σκηνοθέτη, Μπρέιντι Κορμπέ. Πρόκειται για μια ταινία συνολικής διάρκειας 214′, η οποία πραγματεύεται την ιστορία του Λάζλο Τοθ, ενός Ούγγρου και Εβραίου επιζώντα του Ολοκαυτώματος. Η ταινία γυρίστηκε σε φιλμ 70mm και σε VistaVision και η μεγάλη διάρκεια της αποτελεί ένα αρκετά φιλόδοξο εγχείρημα του σκηνοθέτη, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά πως «το όραμα και η αξιοπρέπεια είναι πάνω από κάθε συμβιβασμό».

Από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας, μεταφέρεσαι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και στη συνέχεια όλη η ιστορία στρέφεται γύρω από τον Ούγγρο αρχιτέκτονα, Λάζλο Τοθ. Έχοντας επιζήσει από το Ολοκαύτωμα αυτός, η γυναίκα του και η ανιψιά του, ο Λάζλο Τοθ παίρνει τη μεγάλη απόφαση να αφήσει την Ευρώπη και να μετακομίσει στην Αμερική και συγκεκριμένα στην Πενσιλβάνια, ώστε να εργαστεί στο κατάστημα επίπλων του ξαδέλφου του. Εκεί αναλαμβάνει την κατασκευή της βιβλιοθήκης του μεγιστάνα Χάρισον Λι Βαν Μπιούρεν, ο οποίος θα δυσανασχετήσει σε πρώτο χρόνο με τo αποτέλεσμα και έτσι ο Λάζλο Τοθ απολύεται από τον ίδιο του το ξάδελφο. Στη συνέχεια, όμως, ο Χάρισον Λι Βαν Μπιούρεν θα εκτιμήσει το γνωστικό υπόβαθρο του Ούγγρου αρχιτέκτονα και θα του προτείνει ένα μεγαλεπήβολο πλάνο, την κατασκευή ενός τεράστιου πολιτιστικού κέντρου και τη βοήθεια του να μεταφερθούν με ασφάλεια στην Αμερική η γυναίκα και η ανιψιά του.

Ο Λάζλο Τοθ δέχεται αυτή την πρόταση, μετακομίζει στην πολυτελή έπαυλη του Βαν Μπιούρεν και έκτοτε ξεκινάει η πολλή δουλειά, όχι μόνο στο αρχιτεκτονικό κομμάτι, αλλά κυρίως στο κομμάτι των προσωπικών του αξιών. Οι ανατροπές είναι συνεχείς, η εναλλαγή των σκηνών γρήγορη και άμεση, η σκηνοθεσία αριστουργηματική και η ερμηνεία του Άντριεν Μπρόντι στο ρόλο του Λάζλο Τοθ καθηλωτική. Το μειονέκτημα της ταινίας δεν είναι τόσο πολύ η διάρκεια, όσο οι περιττές λεπτομέρειες περί αρχιτεκτονικών έργων και το ασαφές της τέλος. Όταν λέω «ασαφές», δεν αναφέρομαι προφανώς στο αν καταλαβαίνεις ή όχι το φινάλε, όσο στο γεγονός πως θα ήταν πιο ωραίο να ξεδιπλωθούν περισσότερο οι χαρακτήρες.

Αναντίρρητα, πρόκειται για μια ταινία που δίκαια διεκδικεί 10 Όσκαρ, ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα από το αναμενόμενο λόγω της εξαίσιας σκηνοθεσίας του Μπρείντι Κορμπέ, αλλά η αμφισημία του τέλους είτε θα σας συγκλονίσει είτε θα σας φέρει σε αμηχανία.

Κονκλάβιο: Το τέλος θα σας ανταμείψει απόλυτα!

Ενώ το πρώτο μέρος της ταινίας μοιάζει λίγο μονοθεματικό, σε κάποια σημεία και μονότονο, το δεύτερο μέρος της ταινίας θα σας συναρπάσει, καθώς ξεδιπλώνει υπέροχα τους χαρακτήρες, την πλοκή αλλά και πραγματεύεται την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φυσική ροπή της προς το κακό. Όλα αυτά υπό την εξαίσια σκηνοθεσία του Γερμανού Έντουαρντ Μπέργκερ, που κατορθώνει να μαγέψει όχι μόνο με τα πλάνα του, αλλά συνολικά με την στιβαρή και μεστή σκηνοθετική του προσέγγιση.

Ο τίτλος «Κονκλάβιο» επιβεβαιώνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή του έργου. Πιο συγκεκριμένα, ο θάνατος του Πάπα φέρνει τους καρδινάλιους στο Κονκλάβιο, στη διαδικασία δηλαδή να εκλέξουν το νέο Πάπα. Κομβικό ρόλο έχει ο καρδινάλιος Λόρενς, ένας ακριβοδίκαιος ιερέας, ο οποίος αναλαμβάνει την εποπτεία και τη διαφάνεια της διαδικασίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Κονκλάβιου, οι καρδινάλιοι οφείλουν να παραμείνουν έγκλειστοι, χωρίς να έχουν την παραμικρή επαφή με τον έξω κόσμο.

Στο πρώτο μέρος σκιαγραφούνται όλοι οι υποψήφιοι, τα κίνητρα τους, αλλά και οι προσωπικότητες τους.  Η ιστορία εκτυλίσσεται αργά μεν, ωραία δε μέχρι που το δεύτερο μέρος ξεδιπλώνει πλήρως τις μηχανορραφίες, τις υποχθόνιες κινήσεις και τα ιδιοτελή κίνητρα των περισσότερων υποψηφίων. Πόσο τελικά διαβρώνεται η ηθική και οι αξίες μπροστά στο προσωπικό συμφέρον; Θα καταφέρει ο καρδινάλιος Λόρενς να διατηρήσει το αδιάβλητο της διαδικασίας και να βάλει πάνω από την προσωπική του φιλοδοξία το καλό της Εκκλησίας;

Το τέλος είναι πραγματικά καθηλωτικό. Δεν είναι τόσο το ζητούμενο σε ποιον καταλήγει ο ρόλος του νέου Πάπα, όσο το ισχυρό μήνυμα που περνάει η ταινία. Σε μια κοινωνία που παλεύει να ισορροπήσει μεταξύ συντηρητικών και φιλελεύθερων απόψεων, που παλεύει να ισορροπήσει μεταξύ της υποκρισίας της πολιτικής ορθότητας και της αλήθειας, έρχεται αυτή η ταινία να πει το αυτονόητο, μέσα από μια πολύ δυνατή και έντονη σκηνή.

Ειδική μνεία στην αριστουργηματική ερμηνεία του Ρέιφ Φάινς στο ρόλο του καρδινάλιου Λόρενς, αλλά και συνολικά η σκηνοθεσία και το καστ της ταινίας δικαιολογούν απόλυτα τις 8 υποψηφιότητες για τη 97η απονομή των Όσκαρ στις 2 Μαρτίου.

Emilia Perez: Δεν είναι απλά μια ιστορία αλλαγής φύλου

Υποψήφια για 13 Όσκαρ είναι η ταινία «Emilia Perez» του Ζακ Οντιάρ, μια ταινία με στοιχεία μιούζικαλ και πολλή αγάπη, βία και ανατροπές. Μια απολαυστική ταινία, η οποία πραγματεύεται την ιστορία ενός σκληρού έμπορου ναρκωτικών, ο οποίος  ζητάει τη βοήθεια μιας δυναμικής και ματαιόδοξης δικηγόρου για να κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου.

Η ταινία ξεκινάει με την ταλαντούχα δικηγόρο Ρίτα(Ζόι Σαλντάνα), η οποία έχει κουραστεί να εργάζεται σκληρά για να πλουτίζει το αφεντικό της και να αθωώνει ενόχους και έτσι, μετά από ένα τηλεφώνημα, δέχεται να συναντήσει ένα κύριο, ο οποίος της υπόσχεται ότι θα την κάνει πλούσια. Αυτός ο κύριος είναι ο Μανίτας Ντελ Μόντε, ένας αδίστακτος έμπορος ναρκωτικών, που της προτείνει να τον βοηθήσει με τη φυλομετάβαση του και να φροντίσει να βρει ένα ασφαλές μέρος για τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Κάτι που γίνεται σύντομα πραγματικότητα και έτσι παρατηρούμε την απελευθέρωση ενός ανθρώπου, ο οποίος ζει επιτέλους στο σώμα, που ο ίδιος επιθυμεί.

Πόσο μπορεί να αλλάξει ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, όταν αλλάζει φύλο; Παίζει ρόλο τελικά το φύλο ενός ανθρώπου ή οι ενέργειες του; Αυτό θα λέγαμε πως είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει η ταινία μέσα από μια σειρά ανατροπών και σουρεαλιστικών καταστάσεων. Το «Emilia Perez» δεν είναι τυχαία υποψήφιο για 13 Όσκαρ, καθώς θέτει ζητήματα κοινωνικής ευθύνης, ζητήματα αγάπης, αποδοχής και συγχώρεσης.

Εξαιρετική στο ρόλο της Emilia Perez η Κάρλα Σοφία Γκασκόν, όσο και η Ζόι Σαλντάνα στο ρόλο της δικηγόρου. Λιγότερο εντυπωσιακή η Σελένα Γκόμεζ στο ρόλο της Τζέσι, της συζύγου του Μανίτας. Εξαιρετική η σκηνοθεσία του Ζακ Οντιάρ, ο οποίος θέλησε να προσδώσει στοιχεία μιούζικαλ με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Σίγουρα μερικά τραγούδια δεν προσέδιδαν κάτι ουσιαστικό στην πλοκή, αλλά αναμφισβήτητηα προσέδωσαν ζωντάνια και αμεσότητα.

Πολύ σύντομα θα μάθουμε πόσα βραβεία θα λάβει η ταινία, αυτό όμως που σίγουρα δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι πως είναι μια πολύ καλά δομημένη ταινία, που με θάρρος και σαφήνεια αγγίζει πολύ ευαίσθητα κοινωνικά θέματα σε μια αρκετά ταραχώδη κοινωνική συνθήκη.