Υπάρχω: Η πολυτάραχη ζωή ενός λαϊκού ειδώλου

Αναμφίβολα, είναι μια από τις εμπορικές και πολυσυζητημένες ταινίες των τελευταίων ετών. Μόνο και μόνο το θέμα της ταινίας, όσο και η ανάθεση του ρόλου του θρυλικού Στέλιου Καζαντζίδη στο Χρήστο Μάστορα, αποτέλεσαν βασικό δέλεαρ για όλους μας να σπεύσουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες για να δούμε την ταινία. Τελικά δικαιωθήκαμε, καθώς οι μεγαλύτεροι συγκινήθηκαν, οι μικρότεροι έμαθαν και, εν τέλει, όλοι υποκλιθήκαμε στο υποκριτικό ταλέντο του Χρήστου Μάστορα.

Η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη και ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος κατόρθωσαν μέσα σε 2 ώρες να αναδείξουν όλα τα βασικά σημεία της ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη. Ένα παιδί με πλούσιο ταλέντο, που μεγάλωσε, κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, σε φτωχογειτονιά, που είδε να χτυπάνε τον πατέρα του παρακρατικοί εθνικόφρονες, που ήθελε πάντα να τραγουδάει για τον κόσμο και για τους φτωχούς, που πολύ σύντομα έγινε το λαϊκό είδωλο της χώρας. Αυτά είναι μόνο μερικά από όσα αφηγείται ο Στέλιος Καζαντζίδης στη συνέντευξη που παραχωρεί στο Γιώργο Λιάνη(Δημήτρης Καπουράνης) στη βάρκα του, έχοντας πλέον αποχωρήσει από το μουσικό στερέωμα και ζώντας απομονωμένος μαζί με τη σύζυγο του, Βάσω.

Μέσα από την ταινία παρακολοθούμε την πολύ κακή σχέση που είχε ο Στέλιος Καζαντζίδης με τις δισκογραφικές, οι οποίες θυσίαζαν τα πάντα στο βωμό του κέρδους, ενώ βλέπουμε και πώς αποσύρθηκε από τις νυχτερινές του εμφανίσεις. Εξαιρετικός ο Ηλίας Βαλάσης στο ρόλο του απαιτητικού πελάτη, ο οποίος μεθυσμένος και υπό την κατοχή όπλου, μετατρέπει το Καζαντζίδη στον «καραγκιόζη» του και τον αναγκάζει να αποτραβηχτεί οριστικά από τα νυχτερινά κέντρα.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ταινίας είναι πως αποφεύγει το κακό κουτσομπολιό και επί της ουσίας δεν εκθέτει καμία προσωπικότητα. Παρουσιάζει κάποιες πιο ενδόμιχες πτυχές του Στέλιου Καζαντζίδη, τον παρουσιάζει ως έναν συντηρητικό και παραδοσιακό άντρα, με αμέριστη λατρεία προς τη μητέρα του, χωρίς αυτό να σου δημιουργεί αλγεινή εντύπωση. Αντίθετα, βλέπουμε τους δύο μεγάλους έρωτες της ζωής του λαϊκού τραγουδιστή τόσο με την Καίτη Γκρέυ(Κλέλια Ρένεση), όσο και με την Κίτσα του, τη Μαρινέλλα(Ασημένια Βουλιώτη). Αμφότερες οι γυναίκες ζούσαν στη σκιά του θρυλικού τραγουδιστή, η Μαρινέλλα, όμως, με σεβασμό προς το Στέλιο Καζαντζίδη, αποφασίζει να ακολουθήσει το δικό της δρόμο, βυθίζοντας τον στη στεναχώρια. Η ταινία ολοκληρώνεται με την καθηλωτική επιτυχία του «Υπάρχω» το 1975, με την οποία ο Στέλιος Καζαντζίδης σταματά να δισκογραφεί.

Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος κατάφερε να εστιάσει μαεστρικά στα πιο καίρια σημεία της ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη, να αποφύγει τον κιτρινισμό ή ακόμα και μια βαρετή και στείρα αγιογραφία. Όσον αφορά το Χρήστο Μάστορα, σίγουρα ξεχωρίζει από το πρωταγωνιστικό τρίο, και σε κάνει να τον θαυμάζεις για μια ακόμα φορά τόσο για την αψεγάδιαστη φωνή του όσο και για την υποκριτική του δεινότητα. Στο κλείσιμο της ταινίας, διαπιστώνεις πως ο Στέλιος Καζαντζίδης θα υπάρχει για πάντα στις ζωές μας και πως η επαφή που είχε με τον κόσμο θα είναι, για πολλά χρόνια, αξιομνημόνευτη.

Ταινία Μαρία: Μια ενδιαφέρουσα βιογραφία της κορυφαίας ντίβας της όπερας;

Μια μέρα πριν πάω να δω την ταινία «Μαρία», είχα διαβάσει την ατάκα του Άγγλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, Γκάρι Όλτμαν: «Δεν μπορείς να αποτυπώσεις ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου σε 2 ώρες». Έτσι θεώρησα αρκετά έξυπνο το εύρημα του Χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαραϊν να εστιάσει στο τελευταίο στάδιο της ζωής της Μαρίας Κάλλας, η οποία ζει απομονωμένη στο Παρίσι και επιδιώκει να ζήσει ξανά τις στιγμές μεγαλειώδους δόξας.

Υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης, η ταινία «Μαρία» αναδεικνύει περίτρανα την ευθραστότητα των σπουδαίων καλλιτεχνών, οι οποίοι νιώθουν εγκλωβισμένοι στη δημόσια εικόνα τους και καταλήγουν να παλεύουν με τη ματαιοδοξία και το μύθο τους. Ο Πάμπλο Λαραϊν αυτό ήθελε να πετύχει, να φέρει στο φως το αχανές συναίσθημα της μοναξιάς, τις οδυνηρές παρενέργειες που προκαλεί ο εθισμός στα χάπια αλλά και την απέλπιδα προσπάθεια ενός καλλιτέχνη να αναβιώσει την κυριαρχία και την αποθέωση. Άξια αναφοράς είναι η ιδέα του σεναριογράφου «Στίβεν Νάιτ» να δώσει σε ένα φανταστικό δημοσιογράφο το όνομα «Mandrax», όνομα και του παρεσθησιογόνου φαρμάκου που είχε εθιστεί η Μαρία Κάλλας.

Επιπρόσθετα, παρακολοθούμε και άλλα ζητήματα, όπως ο μύθος ότι η Μαρία Κάλλας ακύρωνε συχνά συναυλίες της, την αντιμετώπιση που έχει ο Τύπος στις καλές αλλά και στις κακές στιγμές ενός μεγάλου καλλιτέχνη και, βέβαια, το μεγαλειώδη και αληθινό έρωτα που έζησε η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Είναι αυτές οι στιγμές που παρατηρούμε τη μεγάλη ντίβα της όπερας να είναι ευάλωτη σε καθημερινά ανθρώπινα συναισθήματα και είναι οι στιγμές που όλοι οι θεατές συνειδητοποιούμε πως πίσω από κάθε μεγάλη μορφή του καλλιτεχνικού στερεώματος, μπορεί να κρύβεται μια βαθιά πληγωμένη και απομονωμένη ψυχή.

Η Αντζελίνα Τζολί κατάφερε να αναπαραστήσει πάρα πολύ καλά την εμβληματική φυσιογνωμία της Μαρίας Κάλλας, δίνοντας ζωή στα ενδόμυχα συναισθήματα της, αλλά και στον αναπάντεχο θάνατο της. Αν και δέχτηκε δριμεία κριτική, για εμένα, η Αντζελίνα Τζολί προσδίδει αίγλη και ταλέντο με τη συμμετοχή της στην ταινία. Ίσως η ταινία θα μπορούσε να έχει κάποιες πιο γρήγορες εναλλαγές, να εμβαθύνει λίγο περισσότερο σε κάποια σημεία, αλλά ο σκηνοθέτης Πάμπλο Λαραϊν επέλεξε μια προσέγγιση σε πολλά ευαίσθητα ζητήματα των τελευταίων χρόνων της σπουδαίας ντίβας, εστιάζοντας κυρίως σε ένα: στην απομόνωση της και στην προσπάθεια της να αναβιώσει τη χαμένη αίγλη της. Δεν μπορεί να γίνει μια αποκαλύπτική βιογραφία σε 2 ώρες, ίσως αυτό πρέπει να έχετε υπόψιν σας πριν δείτε την ταινία. Και πώς άλλωστε να εμβαθύνεις μέσα σε 2 ώρες για τη μεγαλύτερη ντίβα του λυρικού θεάτρου;

«Τελειώνει με εμάς». Μια ρομαντική κομεντί ή μια ιστορία γυναικείας κακοποίησης;

Πρεμιέρα στους θερινούς κινηματογράφους έκανε στις 29 Αυγούστου 2024 η πολυδιαφημιζόμενη ταινία «Τελειώνει με εμάς». Πρόκειται για τη μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου της Colleen Hoover στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνιστές τη Μπλέικ Λάιβλι και τον Τζάστιν Μπαλντόνι. Η ταινία πραγματεύεται την ιστορία της Λίλι Μπλουμ, η οποία μετακομίζει στη Βοστόνη για να ανοίξει το δικό της ανθοπωλείο. Εκεί, θα γνωρίσει έναν όμορφο και σαγηνευτικό νευροχειρουργό. Η συνάντηση της, όμως, με τον εφηβικό της έρωτα έρχεται να ανατρέψει πλήρως τα δεδομένα και να της θέσει καίρια ζητήματα αναφορικά με τη ζωή της.

Η ταινία δέχτηκε δριμεία κριτική, καθώς σύμφωνα με πολλούς κριτικούς, το θέμα της γυναικείας κακοποίησης περνάει σε δεύτερη μοίρα. Η αλήθεια είναι πως στο μεγαλύτερο διάστημα της ταινίας παρακολοθούμε την εξέλιξη του έρωτα μεταξύ των πρωταγωνιστών και προς το τέλος βλέπουμε πολύ δυνατές σκηνές, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τη δύναμη της γυναίκας να βάλει τα όρια της στον κακοποιητή σύντροφο της. Αναντίρρητα, το τέλος θα ανταμείψει όποιον θεατή θέλει να παρακολουθήσει κάποια ισχυρά κοινωνικά μηνύματα για το θέμα της έμφυλης βίας. Ωστόσο, το σύνολο της ταινίας δείχνει τη νεαρή Λίλι Μπλουμ να αμφιταλαντεύεται για το αν πρέπει να ενδώσει στο επίμονο φλερτ του Ράιλ και κατά πόσο η έλευση ενός παιδικού της έρωτα είναι ικανή να ξυπνήσει όμορφες αναμνήσεις και να ανατρέψει τα δεδομένα.

Προσωπικά, μου άρεσαν πολύ οι ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών, όσο και η σκηνοθεσία. Υπάρχουν σκηνές, που θίγουν ακροθιγώς και άλλα ζητήματα, όπως ο έρωτας με έναν άστεγο, το πόσο επηρεαζόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα από τα γονεϊκά σφάλματα ή από τις εικόνες που έχουμε ως παιδιά, την αδερφική σχέση, όπως και τη χειριστικότητα μέσα σε μια σχέση.

Η πρωταγωνίστρια, Μπλέικ Λάιβλι, κατηγορήθηκε αρκετά για το promo της ταινίας, καθώς δήλωσε πως η ταινία είναι κυρίως «ρομαντική και κοριτσίστικη». Επίσης, θέλησε να εκμεταλλευτεί την ταινία για να προωθήσει κάποια από τα επιχειρηματικά σχέδια του άντρα της.

Συνολικά είναι μια πολύ ωραία ταινία, κατά κύριο λόγο, με ρομαντικές πινελιές, με επιβλητικές εικόνες, αλλά πιθανότατα το λάθος έγκειται στο γεγονός της ταύτισης της με την ενδοοικογενειακή βία. Νομίζω πως της ταιριάζει καλύτερα ο τίτλος «μια δυνατή ρομαντική ιστορία με κάποια δυνατά μηνύματα κατά της έμφυλης βίας και υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης».