Σέρρες: Η σειρά που δίδαξε αγάπη, σεβασμό και ορατότητα!

Οι Σέρρες επέστρεψαν και ο β’ κύκλος της σειράς ήταν απλά καθηλωτικός. Ο Γιώργος Καπουτζίδης κατάφερε σε κάθε επεισόδιο να μας κάνει να γελάσουμε, να κλάψουμε, να συγκινηθούμε, να προβληματιστούμε, αλλά κυρίως να συνειδητοποιήσουμε πως η αγάπη είναι το σπουδαιότερο συναίσθημα, που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, σε κλειστές κοινωνικές συμβάσεις, ούτε να γίνει αντικείμενο χλευασμού και αρνητικού σχολιασμού. Αντίθετα, η αγάπη και το φως μπορούν να νικήσουν τα πάντα.

Στο Γιώργο Καπουτζίδη δεν τον ενδιαφέρει ούτε να κρίνει, ούτε να επιβάλλει, ούτε να συνετίσει. Με χιούμορ, με ρεαλισμό, με αλήθεια, με ψυχραιμία κατάφερε να περάσει πολύ δυνατά κοινωνικά μηνύματα, τα οποία μίλησαν στην καρδιά των τηλεθεατών. Η σειρά, δικαίως, αποθεώθηκε από κριτικούς, κόσμο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ο τηλεθεατής θέλει να ακούσει μια ωραία, τρυφερή ιστορία, ούτε διαγγέλματα, ούτε νουθεσίες, ούτε επικρίσεις.

Ας ξετυλίξουμε, όσο γίνεται σε λίγες σειρές, το κουβάρι αυτής της ιστορίας. Ο Οδυσσέας, ένας gay χαρακτήρας στην επαρχία, γυρίζει στην πόλη του, εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του για να συμπαρασταθεί στον τραυματισμένο πατέρα του. Όχι μόνο καταφέρνει να ανοίξει το πρώτο gay καφέ στις Σέρρες, όχι μόνο βρίσκει την αληθινή αγάπη, χωρίς εφαρμογές γνωριμιών, αλλά αποκαθιστά πλήρως τη σχέση με τον πατέρα του. Αυτό που πάντα επιζητούσε είναι να βρίσκεται στο ίδιο μέρος με την οικογένεια του, να τον αγαπάνε απλά για αυτό που είναι, χωρίς να κρύβεται. Εξαιρετικός και ο ρόλος της κολλητής του φίλης, Χρύσας, που σμίγουν μετά από χρόνια, και αποδεικνύουν μια ακόμα φορά πως η αληθινή φιλία είναι κάτι μαγικό, στέρεο και ανιδιοτελές.

Αναντίρρητα, η ευτυχία δεν κρύβεται ούτε στους πολλούς ακολούθους στο Instagram, ούτε στη χλιδή, ούτε στα επιτηδευμένα πλούτη. Μέσα από τη γλαφυρή του πένα και το ρόλο της Νάνσυς, ο Γιώργος Καπουτζίδης υπενθύμισε τη μοναξιά που μπορεί να κρύβει η υπερπροβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πως η αγάπη είναι, τελικά, αυτό που ψάχνουμε όλοι. Όσο για το ρόλο της θείας Σταματίνας, τι να πρωτοαναφέρουμε; Ο πρώτος ανοιχτά ιντερσεξ χαρακτήρας στην ελληνική τηλεόραση, μια γυναίκα που έζησε για πολλά χρόνια μόνη της, έζησε στο περιθώριο και όχι μόνο ανακαλύπτει τον εαυτό της, αλλά αποφασίζει να κάνει μια επανεκκίνηση στη ζωή της.

Αξίζει, άραγε, να ζούμε στο περιθώριο; Να μην είμαστε με ανθρώπους, που μας αγαπάνε αληθινά για αυτό που είμαστε; Να ψάχνουμε, συνέχεια, την αγάπη μέσα από ένα κινητό; Οι Σέρρες δίνουν απάντηση σε όλα αυτά με τον πιο ωραίο, ανθρώπινο, ζεστό και τρυφερό τρόπο. Μια σειρά, διαμάντι και στη συγκεκριμένη περίπτωση αξίζει να πούμε

Γιώργο Καπουτζίδη, εμείς σε ευχαριστούμε και να σηκωθούμε όρθιοι να τον χειροκροτήσουμε!

Adolescence: Δικαιολογημένα έγινε ένα παγκόσμιο φαινόμενο

Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να υπάρξει πιο επίκαιρη σειρά. Σε μια εποχή, που η βία μεταξύ των ανηλίκων έχει αυξηθεί ραγδαία, σε μια εποχή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακλύσει τις ζωές των εφήβων, το «Adolescence» έρχεται να φωτίσει το ψυχισμό των παιδιών, να αναδείξει τις παθογένειες της κοινωνίας και το κάνει με σεβασμό, κατανόηση και έναν απαραίτητο κυνισμό.

Η σειρά των Τζακ Θορν και Στίβεν Γκρέιχαμ χωρίζεται σε 4 επεισόδια και είναι όλα γυρισμένα με μονοπλάνο. Είναι μια ασταμάτητη, μονόπρακτη λήψη. Η κεντρική ιστορία στρέφεται γύρω από το 13χρονο Τζέιμι, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία της συμμαθήτριας του, Κέιτι. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο βλέπουμε την εισβολή των αστυνομικών στο σπίτι του μικρού Τζέιμι, τη σύλληψη του, αλλά και την άρνηση, τόσο του ίδιου όσο και των γονιών του, ότι διέπραξε ένα τόσο φρικώδες έγκλημα σε μια τόσο τρυφερή ηλικία. Μάλιστα, ο Τζέιμι, κατά τη διάρκεια της σύλληψης, κατουριέται πάνω του από το φόβο του. Στο τέλος του πρώτου επεισοδίου ο πατέρας του Τζέιμι, Έντι, βλέπει τα αδιάσειστα στοιχεία της αστυνομίας, συνειδητοποιεί πως ο γιος του διέπραξε το φόνο και βυθίζεται στην απόγνωση.

Το δεύτερο επεισόδιο αναδεικνύει όλες τις παθογένειες του σχολικού περιβάλλοντος. Καθηγητές άλλοτε κουρασμένοι, άλλοτε αδιάφοροι, άλλοτε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προλάβουν τις εξελίξεις και να κατανοήσουν τους εφήβους, αλλά στο τέλος πάντα ένα βήμα πίσω τους. Ακόμα και ο αστυνομικός(Άσλει Γουόλτερς), που έχει έφηβο γιο, έχει μια επιδερμική αντιμετώπιση στο μπούλινγκ, που υφίσταται ο γιος του, και δείχνει να έχει παντελή άγνοια πάνω στο λεξιλόγιο και τα προβλήματα των εφήβων.

Νομίζω, κατά γενική ομολογία, το τρίτο επεισόδιο είναι και το πιο συναρπαστικό και είναι και το επεισοδίο που το εγχείρημα του μονοπλάνου σε καθηλώνει. Είναι η συνεδρία του Τζέιμι με τη παιδοψυχολόγο, Μπραϊόνι(Έριν Ντόχερτι). Είναι το επεισόδιο που παρακολουθούμε τις συνέπειες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη ψυχοσύνθεση των εφήβων, την επιρροή της οικογένειας στα παιδιά και πώς όροι, όπως το «80/20», «incels», «alpha male» μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες στη ζωή των εφήβων.

Το 4ο και τελευταίο επεισόδιο είναι μια γροθιά στο στομάχι. Σε τι βαθμό τελικά ευθύνονται οι γονείς για την ανατροφή των παιδιών τους; Πώς ένας πατέρας, που έχει τα δικά του παιδικά τραύματα, μπορεί να μην επαναλάβει τα ίδια σφάλματα και στα δικά του παιδιά; Πόσο ανεξέλεγκτοι είναι, τελικά, οι έφηβοι και πόσο μπορούν οι γονείς να έχουν πλήρη επίβλεψη όλων όσων συμβαίνουν στις ζωές των παιδιών τους;

Ο σκηνοθέτης, Φίλιπ Μπαραντίνι μαζί με το διευθυντή φωτογραφίας, Μάθιου Λιούις, επέλεξαν το μονοπλάνο για να κάνουν το θεατή πρωταγωνιστή σε αυτά τα 4 επεισόδια. Το μονοπλάνο σε κάνει να νιώσεις, να σκεφτείς, να προβληματιστείς και σε κάνει να αναλογιστείς το δικό σου μερίδιο ευθύνης σε αυτή τη στερεοτυπική κουλτούρα που περνάει από γενιά σε γενιά με ανεξελέγκτες, πλέον, συνέπειες. Υπόκλιση στο ταλέντο του 15χρονου, Όουεν Κούπερ, ο οποίος θα μας απασχολήσει για πολλά ακόμα χρόνια στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Το Adolescence δικαιολογημένα έγινε παγκόσμιο φαινόμενο. Ανοίγει πολύτιμες συζητήσεις για καίρια κοινωνικά ζητήματα. Δεν είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία, αλλά το ποσοστό αύξησης 240% της βίας μεταξύ ανηλίκων στη Βρετανία την τελευταία δεκαετία είναι αληθινό. Το σημαντικότερο, όμως, όλων είναι ότι δίνει τροφή για να αλλάξουμε άρδην κάποιες νοσηρές και τοξικές νοοτροπίες του παρελθόντος. Όπως είχε περιγράψει γλαφυρά η συγγραφέας Μάργκαρετ Άτγουντ, «Ζούμε σ’ έναν κόσμο που τα αγόρια φοβούνται ότι τα κορίτσια θα τα χλευάσουν. Και τα κορίτσια φοβούνται ότι τα αγόρια θα τα σκοτώσουν». Και αν δεν δώσουμε τώρα έμφαση στην ουσιαστική επικοινωνία και δεν διώξουμε τώρα τα απόνερα πατριαρχικών καταλοίπων, οι συνέπειες θα συνεχίσουν να είναι ολέθριες.

Πώς το Maestro κατάφερε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο;

Παρακολούθησα την τρίτη(και από ότι φαίνεται) τελευταία σεζόν του Maestro, η οποία έκλεισε οριστικά κάποιες υποθέσεις και άφησε κάποιες άλλες με ένα ερωτηματικό. Δεν θα αναλωθώ τόσο πολύ ούτε στην πλοκή ούτε στην εξαιρετική, κατά γενική ομολογία, ερμηνεία των πρωταγωνιστών. Αυτό που αξίζει να αναρωτηθούμε είναι οι λόγοι που αυτή η σειρά, υπό τη μπαγκέτα του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, έγινε η πρώτη σειρά που ταξίδεψε παγκοσμίως σε όλο τον κόσμο.

Το Maestro κατόρθωσε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο να αναδείξει χρόνιες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, δίχως να προσβάλλει ή να ηθικολογεί. Αναλυτικότερα, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης επέλεξε να δημιουργήσει μια ωδή στην πολυμορφία των ανθρώπινων χαρακτήρων, χωρίς να σκέφτεται καθόλου να δείξει πως κάποιοι χαρακτήρες είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ρόλος της Αλεξάνδρας( Στεφανία Γουλιώτη). Καθόλη τη διάρκεια της σειράς, παρακολοθούσαμε μια αρκετά δυναμική και στριφνή γυναίκα, βαθιά πληγωμένη όμως από την οικογένεια της, αρκετά επικριτική με τον άντρα της, υποστηρικτική όμως στην εμπλοκή του στη δολοφονία του Χαράλαμπου. Το ίδιο συνέβη και με το ρόλο του Θάνου (Δημήτρης Κίτσος). Ένας φαινομενικά τέλειος σύντροφος, ο οποίος δίνει τα πάντα στην κοπέλα του και τελικά καταλήγει κακοποιητικός και άκρως χειριστικός μαζί της.

Αυτό που έκανε να ξεχωρίσει το Maestro είναι πως δεν ήθελε απλώς να κατακεραυνώσει τους κακούς χαρακτήρες ούτε να κρίνει τους ανθρώπους, που είναι έρμαια των παθών τους. Προς επίρρωση αυτής της άποψης, στον τρίτο κύκλο παρακολοθούμε την υποστηρικτική στάση ενός αστυνομικού στην κακοποίηση της Κλέλιας από το Θάνο, αλλά και την ολιγωρία ενός αστυνομικού στους Παξούς σε ένα περιστατικό έμφυλης βίας. Όταν ο αστυνομικός(Κώστας Μπερικόπουλος) πηγαίνει στον αρμόδιο αστυνομικό του νησιού για να καταγγείλει το εν λόγω περιστατικό, τότε ο αρμόδιος αστυνομικός τού δείχνει μια φωτογραφία με τα ανήλικα παιδιά του. Όπως επίσης δείχνει το Σπύρο(Γιώργο Μπένιο) να χτυπά την κοπέλα του, Γιάννα(Τόνια Μαράκη), μιμούμενος με αυτό τον τρόπο την κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα του.

Δεν είναι μόνο η άρτια σκηνοθεσία, δεν είναι μόνο το πανέμορφο μέρος των Παξών, δεν είναι μόνο η καθηλωτική ερμηνεία των πρωταγωνιστών, είναι και η προσέγγιση του Χριστόφορου Παπακαλιάτη σε καίρια κοινωνικά ζητήματα. Δεν επέλεξε να πάει σε μια πεπατημένη, αντίθετα επέλεξε το δύσκολο δρόμο. Επέλεξε να αναδείξει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και να δείξει πως όλοι έχουμε μέσα μας και το καλό και το κακό. Όπως και στην κανονική ζωή, κάποιοι χαρακτήρες λυτρώνονται και κάποιοι άλλοι βυθίζονται στα σκοτάδια τους.

Έρημη Χώρα: Μια σειρά προδιαγραφών NETFLIX

Σπουδαία διάκριση έλαβε η σειρά της ΕΡΤ «Έρημη Χώρα», καθώς συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις δέκα καλύτερες τηλεοπτικές σειρές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο πλαίσιο των NEM Awards 2024. Μια απολύτως αναμενόμενη εξέλιξη για όσους έχουμε δει τη σειρά στο ΕRTFLIX. Πρόκειται για μια άρτια σειρά τόσο σε επίπεδο παραγωγής, όσο και σε επίπεδο πρωτοτυπίας σεναρίου όσο και σε επίπεδο ερμηνείας ηθοποιών.

Η σειρά χωρίζεται σε δύο κύκλους των 8 επεισοδίων και είναι προσβάσιμη μέσω της πλατφόρμας της ΕΡΤ. Η ιστορία στρέφεται γύρω από ένα φιλήσυχο αγρότη, το Λουκά, ο οποίος, μετά το βιασμό και τη δολοφονία της γυναίκας του, ζει απομονωμένος σε ένα κτήμα, παρέα με τα ζώα του. Ο γιος του έχει συνάψει σχέση με μια γυναίκα από τη Ρουμανία και έχουν αποκτήσει τη 12χρονη Εύα, η οποία έχει πρόβλημα επιλεκτικής αλαλίας. Όλα αλλάζουν όμως στη ζωή του μικρού κοριτσιού, όταν χάνει και τους δύο γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο μόνος συγγενής της, που μπορεί να την αναλάβει, είναι ο παππούς της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε καμία επαφή μαζί της. Σε εκείνο το σημείο παρεμβαίνει η κοινωνική υπηρεσία και συγκεκριμένα η Μαρίνα, η οποία καλείται να δώσει λύση στην επιμέλεια της μικρής Εύας, αλλά και να μετριάσει την τόσο αρνητική στάση του παππού απέναντι της.

Ένας από τους βασικότερους λόγους να δεις τη σειρά είναι, αναντίρρητα, η υποκριτική δεινότητα του Γιώργου Κέντρου(Λουκάς). Υποδύεται με αξιοθαύμαστη αληθοφάνεια τον ερημίτη εκκεντρικό αγρότη, ο οποίος μετά τη δολοφονία της γυναίκας του από Ρουμάνους ανθρώπους της νύχτας, έχει στην κατοχή του όπλα και είναι έτοιμος για εκδίκηση. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στη Δανάη Σκιάδη( Μαρίνα), η οποία μετά την συμμετοχή της στο αστυνομικό θρίλερ του ΑΝΤ1+ «Σώσε με», υποδύεται μια ευαίσθητη γυναίκα, που καταβάλλει υπεράνθρωπη προσπάθεια για να μην καταλήξει η μικρή Εύα(Άννα Μαρία Μαρινάκη) σε ίδρυμα. Όλα αυτά υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Γιώργου Γκικαπέππα, που μετά το «Βραχιόλι της Φωτιάς», κατάφερε και τώρα να δημιουργήσει μια γουέστερν σειρά, με πολύ ωραία ατμόσφαιρα, πολύπλευρους χαρακτήρες και συνεχείς εναλλαγές στο σενάριο.

Προσωπικά ξεχώρισα τη σειρά, καθώς καταφέρνει να σε συνεπάρει με την καλογραμμένη πλοκή της και την άρτια σκηνοθεσία της σε κάθε επεισόδιο. Ξετυλίγεται πολύ ωραία το κουβάρι της ιστορίας του Λουκά, το πώς από ένας ήσυχος άνθρωπος μετατράπηκε σε έναν σκληροτράχηλο αγρότη που οπλοφορεί, ενώ είναι ιδιαίτερα συγκινητική η εξέλιξη της σχέσης του Λουκά με τη 12χρονη εγγονή του. Το τέλος του 1ου κύκλου αφήνει πολλά ερωτηματικά ενόψει της επιμέλειας της μικρής Εύας, ενώ το τέλος του 2ου κύκλου συγκινεί αναδεικνύοντας με τον πιο γλαφυρό τρόπο τον ισχυρό δεσμό μεταξύ της οικογένειας. Σειρά που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από καμία σειρά διεθνών προδιαγραφών.

Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κέντρος (Λουκάς), Δανάη Σκιάδη (Μαρίνα), Γιώργος Καραμίχος (Μάνος), Άννα Μαρία Μαρινάκη (Εύα), Νίκος Αρβανίτης (Στέλιος), Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Χριστίνα), Γιώργος Γιαννόπουλος (Σερίφης), Χρήστος Κοντογεώργης (Μάρκος), Αλεξία Σαπρανίδου (Σοφία), Στέλιος Ξανθουδάκης (Χρήστος), Κίττυ Παϊταζόγλου (Στέλλα), Δημήτρης Αριανούτσος (Ανδρέας), Κωνσταντίνος Μαγκλάρας (Στράτος) και οι Ρουμάνοι ηθοποιοί Stefania Marola (Ντανιέλα), Carmen Ionescu (Ελένα), Mihai Dinvale (Βλαντ). 


Συμμετέχουν οι: Ντίνα Αβαγιανού, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Δημήτρης Τοπαλίδης, Αδελαΐδα Κατσίδε

17 Κλωστές: Μια ιστορία εκδίκησης και μια σειρά που δεν πρέπει να χάσεις!

Μια πραγματική ιστορία, που έλαβε χώρα στις αρχές του 20ου αιώνα στα Κύθηρα, μας διηγείται ο Σωτήρης Τσαφούλιας στις 17 Κλωστές, σε παραγωγή της Cosmote TV. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Πάνου Δημάκη και σε σενάριο Μιρέλλας Παπαοικονόμου και Κάτιας Κισσονέργη, η σειρά πραγματεύεται την ιστορία ενός φιλήσυχου τσαγκάρη, ο οποίος ήταν πολύ αγαπητός στο χωριό, μέχρι που κατηγορήθηκε αδίκως ότι παρενόχλησε μια παντρεμένη πελάτισσα του.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, μέσα από την παραστατική και γλαφυρή σκηνοθεσία του, επιθυμεί να δείξει πώς η κοινωνία μπορεί να μετατρέψει έναν ήρεμο και γαλήνιο άνθρωπο σε ένα «τέρας» και πως η ίδια η κοινωνία αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες των πράξεων της. Μέσα από αυτό το σύντομο κύκλο των 6 επεισοδίων, παρακολουθούμε πως ο κορυφαίος τσαγκάρης του χωριού, που μοιραζόταν την αγάπη του για τη λύρα με τους συγχωριανούς του, μέσα από αλλεπάλληλες αδικίες, μέσα από το φθόνο και τη ζήλια απέναντι του, καταλήγει να βγάλει το πιο σκληρό και βίαιο πρόσωπο του.

Αναμφίβολα, ο Πάνος Βλάχος, στο ρόλο του πρωταγωνιστή, κλέβει τις εντυπώσεις με τη μαεστρική του ερμηνεία, με την παλέτα των συναισθημάτων που βιώνει, ενώ καταφέρνει να πετύχει το βασικό του στόχο: να πείσει το θεατή πως ό,τι κάνει στο τέλος, οφείλεται στις συνεχείς άδικες συμπεριφορές απέναντι του. Ειδική μνεία αξίζει να γίνει στην Αθηνά Τσιλύρα, η οποία στο ρόλο της μητέρας του Πάνου Βλάχου, δίνει πνοή και συναίσθημα σε κάθε της λέξη. Μια φτωχή γυναίκα, η οποία έχει επενδύσει όλα τα όνειρα της στο γιο της, που την ενδιέφερε η γνώμη του κόσμου και καταλήγει μια γυναίκα προδομένη από όλους τους συγχωριανούς της.

Όσον αφορά τη σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια, αποδεικνύει πως ξέρει να δίνει πάντα το κάτι παραπάνω. Μαγευτικά πλάνα, κάθε κίνηση προσεγμένη και άψογη αναπαράσταση των Κυθήρων και του Πειραιά του 1906-1909. Εξαιρετικές και οι ερμηνείς των υπολοίπων( Μαρίνα Ψάλτη, , Θοδωρή Κατσαφάδο, Κώστα Φλωκατούλα, Κώστα Φιλίππογλου, Μάνο Βακούση, Ταξιάρχη Χάνο, Φώτη Θωμαΐδη, Θάνο Τοκάκη, Ντένια Στασινοπούλου, Μελίνα Βαμπούλα, Άλκηστη Πουλοπούλου, Ειρήνη Ιωάννου–Παπανεοφύτου, Στέλλα Αντύπα, Χρήστο Βελιάνο, Κωνσταντίνο Γώγουλο, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Ελένη Δαφνή, Κωνσταντίνο Σειραδάκη, Νικόλα Δροσόπουλο και Τάσο Σωτηράκη).

Εν κατακλείδι, είναι σίγουρα μια από τις σειρές που αξίζει να δεις. Το τέλος σε καθηλώνει και σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο κρυμμένος είναι ο κακός μας εαυτός και πόσο ικανοί είμαστε τόσο για το καλύτερο όσο και για το χειρότερο. Πόσο δίκιο είναι το τέλος και τι ποσοστό ευθύνης αναλογεί στους κακοπροαίρετους ανθρώπους, που σκάβουν και εν τέλει βγάζουν το κακό των υπολοίπων;

Μια καταπληκτική δραματική σειρά που δεν πρέπει να χάσεις!